Φούρνοι – Κύπρος με βάρκα: Μια προσφυγική οδύσσεια


Έγινε πρόσφυγας στα νεανικά του χρόνια και έκανε ένα ταξίδι που η λογική δεν το χωράει. Ο Παντελής Αμοργιανός ήταν ένας από τους 21 Φουρνιώτες που έφτασαν με βάρκα από τους Φούρνους Κορσεών στην Κύπρο.

Κράτησε σημειώσεις από εκείνο το ταξίδι και με τη βοήθεια του γιού του Νικήτα, που τον ευχαριστούμε, σας μεταφέρουμε αυτή τη σπάνια ιστορία.


Ακολουθεί το κείμενο του κ. Αμοργιανού:

Ο πόλεμος μας βρήκε στη Λαμία. Από εκεί ξεκίνησα για την Αθήνα περπατώντας, αφού δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Έφτασα σε δέκα μέρες. Μετά περπάτησα ως τη Ραφήνα που υπήρχε καΐκι για το νησί. Μετά από απίστευτη ταλαιπωρία για ένα μήνα, φτάσαμε στο νησί μας τους Φούρνους.

Εκεί είχαν ήδη πάει οι Ιταλοί. Δεν τα πηγαίναμε καλά μαζί τους, μας έδειραν αλύπητα, μας έβαλαν φυλακή επτά ημέρες χωρίς φαγητό και νερό. Μού έδωσαν ένα χαρτί ότι έπρεπε να δικαστώ στη Ρόδο, με την κατηγορία ότι κρύβαμε έναν αξιωματικό στο νησί της Θύμαινας.

Ανησυχούσα πολύ και ήθελα να φύγω για την Τουρκία. Έμενα στη Χρυσομηλιά, ξεκίνησα με τα πόδια για τους Φούρνους. Την Κυριακή το πρωί βρήκα το φίλο μου το Γιώργο Μαρούση, που είχε δει μία καλή βάρκα να κλέψουμε.

Συνεννοηθήκαμε λοιπόν να φύγουμε για την Τουρκία. Η βάρκα ήταν δεμένη έξω από το λιμάνι «αρόδου», περίπου 100 μέτρα από το ιταλικό φυλάκιο. Αυτό θα γίνονταν σε δύο μέρες, μέχρι να σκεφτούμε τις λεπτομέρειες, ενημερώσαμε τις οικογένειές μας να μας περιμένουν τα μεσάνυχτα στην περιοχή «Κλαδαρίδη». Τότε εγώ και ο καλός μου φίλος, πήγαμε τη νύχτα, γυμνοί και κολυμπώντας σιγά, τραβήξαμε τη βάρκα ανοιχτά στο πέλαγος, για να μην μας δουν οι Ιταλοί. Με τα κουπιά φτάσαμε στο ραντεβού κατά τις 2 μετά τα μεσάνυχτα.από τις σημειώσεις του Παντελή Αμοργιανού

Ο καιρός ήταν ευτυχώς ευνοϊκός, αλλά στην παραλία είχαμε μία έκπληξη γιατί μας περίμεναν πολλά άτομα. Οι άντρες ήμασταν πέντε άτομα, οι υπόλοιποι ήταν όλοι παιδιά. Τους πήραμε όλους, σύνολο 21 άτομα. Μόνο ο φίλος μου ο Μαρούσης είχε έξι παιδιά, όλα μικρά.

Ξεκινήσαμε λοιπόν με ένα μικρό πανί και με τα κουπιά και κατά το ξημέρωμα ήμασταν κοντά στο Γαϊδουρονήσι (έτσι έλεγαν κάποτε το Αγαθονήσι). Από εκεί βλέπαμε την Τουρκία και μέχρι το βράδυ είχαμε φτάσει στο Μπετρουμή. Αφού φτάσαμε ζητήσαμε από τους Τούρκους ψωμί και νερό και αφού μας έδωσαν από ένα κιλό ψωμί και έναν τενεκέ νερό, μας είπαν να γυρίσουμε στη Σάμο.

Εμείς φύγαμε τότε και τραβήξαμε νότια προς τα κάτω και φτάσαμε σε ένα μικρό λιμανάκι τη νύχτα και δέσαμε τη βάρκα για ξεκούραση. Εκεί βρήκαμε κοχύλια και πατελίδια για φαγητό. Κάποια στιγμή παρουσιάστηκε ένας καλός Τούρκος, μας έφερε λίγο ψωμί και μας έβρασε και λίγο στάρι για να φάμε.η θαλάσσια πορεία του Παντελή Αμοργιανού

Το χωριό του ήταν μακριά και δεν μπορούσε να πάει να φέρει και άλλα καλά. Εμείς τον ευχαριστήσαμε και ξεκινήσαμε πάλι προς τα κάτω, νότια, όπου το βράδυ πάλι είδαμε φώτα. Πήγαμε κοντά στην Αντίφυλλο. Εκεί μας έδιωξαν πάλι για τη Σάμο, εμείς τραβήξαμε πάλι προς τα κάτω, όπου βρήκαμε άλλο χωριό το Μαρμαρά, όπου και εκεί μας έδωσαν πάλι λίγο ψωμί και ξεκινήσαμε πάλι προς την Κύπρο.

Μετά από πολύ κούραση φτάσαμε στο Φοίνικα, όπου πλευρίσαμε το ντόκο του λιμανιού. Εκεί παρουσιάστηκε μία κοπέλα που μας λυπήθηκε και μας έδωσε λεφτά. Τα πήρα εγώ και πήγα στο φούρνο για ψώνια. Την ευχαριστήσαμε και ξεκινήσαμε πάλι, όπου σε δύο ημέρες φτάσαμε στην Αττάλεια. Από εκεί φύγαμε για το Αναμούρη, μιάς και από εκεί μας είπαν ότι η Κύπρος ήταν κοντά. Ταξιδεύαμε τρεις μέρες, όταν φτάσαμε με μεγάλη πείνα, όπου αρνήθηκαν να μας δώσουν να φάμε και μας έβαλαν να μας φυλάει ένας Τούρκος φαντάρος για να μη βγούμε έξω από τη βάρκα.

Δεν αντέχαμε άλλο και κατάφερα να το σκάσω. Βρήκα ένα Τούρκο και παρακάλεσα για φαγητό. Η γυναίκα του μου έδωσε μία πίτα και μελιτζάνες και σύκα. Τότε κρυφά πάλι, μπήκα στη βάρκα χωρίς να με αντιληφθεί ο φαντάρος. Ο καιρός ήταν καλός και ξεκινήσαμε πάλι. Ο καλός Τούρκος μας είχε ενημερώσει ότι η Κύπρος ήταν απέναντι. Δεν είχαμε χορτάσει και σιγά – σιγά με πανί και κουπιά ξημερωθήκαμε στην Κύπρο.

Εκεί ήταν ένα μοναστήρι, όπου οι Κύπριοι μας αγκάλιασαν και μας προσέφεραν τα πάντα. Φαΐ, ρούχα, δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Αργότερα έφεραν μία επιτροπή από Εγγλέζους και αναρωτιόντουσαν πώς φτάσαμε έως εκεί. Ρώτησαν ποιος είναι ο επικεφαλής. Από εμάς, ο καλός μου φίλος Μαρούσης, έδειξε εμένα και οι Εγγλέζοι με συνεχάρησαν και μας πήγαν στο Ξηρό σε ένα καλό ξενοδοχείο.

Αφού μας έδωσαν καινούργια ρούχα και λεφτά, οι μισοί από μας τους πήγαν στην Κυρήνεια, εγώ έμεινα στο Ξηρό και από εκεί πήγα στην Αμμόχωστο και από εκεί με καράβι πήγα στη Χάιφα, εν συνεχεία με αυτοκίνητο έφτασα στην Αλεξάνδρεια, όπου φιλοξενήθηκα από έναν παπά, ονόματι Γαλαζόπουλος.

Με καλοδέχτηκε αυτός, η γυναίκα και τα παιδιά του. Εκεί βρήκα και μία θεία μου και εξαδέλφια, όπου κάθισα μερικές μέρες. Οι βομβαρδισμοί όμως από τους Γερμανούς, με ανάγκασαν να παρουσιαστώ στο προξενείο μας, όπου αυτοί με έστειλαν φαντάρο να υπηρετήσω στα υποβρύχια και κυρίως υπηρέτησα στο υποβρύχιο «Παπανικολής» πολλά χρόνια. Ζωή Οδύσσεια…

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΑΜΟΡΓΙΑΝΟΣ

Eπιμέλεια αφιερώματος: Νάσος Μπράτσος

ert

Σχόλια