ροή ειδήσεων

50 χρόνια από τη δολοφονία του Νικηφόρου Μανδηλαρά



Ο Νικηφόρος Μανδηλαράς σε όλη τη σταδιοδρομία του αναλάμβανε αφιλοκερδώς τις υποθέσεις πολιτών που διώκονταν για τα φρονήματά τους.

Μαθαίνοντας τον θάνατό σου δεν μπόρεσα να κλάψω. Στριφογύριζα στο κρεβάτι του νοσοκομείου.


Γράφει ο Αλέκος Παναγούλης: «Μαθαίνοντας τον θάνατό σου δεν μπόρεσα να κλάψω. Στριφογύριζα στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Θυμόμουνα την τελευταία μας συνάντηση. Δε θα τολμήσουν, έλεγες. Δεν έχουν άλλο δρόμο, σ’ απαντούσα. Αυτός ο δρόμος θα είναι ο τάφος τους, φώναζες με πίστη. Ναι, Νικηφόρε, θα είναι ο τάφος τους. Αυτή την υπόσχεση σου δίνουμε αντί για μνημόσυνο». Ο Νικηφόρος Μανδηλαράς γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1928 στην Κόρωνο της Νάξου, ένα χωριό φτωχό, αγκαλιασμένο με το γκρεμό. Την περίοδο της κατοχής οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ και σε ηλικία 18 ετών είχε ήδη φάκελο φρονημάτων στην Ασφάλεια Σύρου. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και εργάστηκε ως δικηγόρος. Αρθρογραφούσε καθημερινά σε Αθηναϊκές εφημερίδες και εξέδωσε τα «Ναξιακά Χρονικά».

Με τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο και τον Σπύρο Κανελλόπουλο ίδρυσαν την Ένωση Δημοκρατικών Δικηγόρων Ελλάδος. Πράγματι, κάθε δράση του Νικηφόρου Μανδηλαρά περιφρουρούσε τη δημοκρατία. Πήρε μέρος στη δίκη Γλέζου ως συνήγορος υπεράσπισης και στη λεγόμενη Μεγάλη Δίκη ή δίκη των κατασκόπων στο στρατοδικείο της Αθήνας το 1960 για την υπεράσπιση 42 ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ, ανάμεσα τους και ο Χαρίλαος Φλωράκης. Πρωτοστάτησε στις διαδηλώσεις για την εκτροπή και την αποστασία του 1965. Από το 1966, υπήρξε συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορούμενων της υπόθεσης ΑΣΠΙΔΑ, μια πολιτική και στρατιωτική σκευωρία που συντάραξε την Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο ίδιος ο Γεώργιος Παπαδόπουλος τον απείλησε ότι θα το πληρώσει. Ο Νικηφόρος Μανδηλαράς σε όλη τη σταδιοδρομία του αναλάμβανε αφιλοκερδώς τις υποθέσεις πολιτών που διώκονταν για τα φρονήματά τους.

Ήταν υποψήφιος στις «εκλογές βίας και νοθείας» του 1961 και σχεδίαζε να ξανακατέβει στις εκλογές που ήταν προγραμματισμένες για τον Μάιο του 1967. Όμως η επιβολή της χούντας την 21η Απριλίου κατέστησε σαφές ότι η ζωή του κινδύνευε και έτσι επιχείρησε να διαφύγει στην Κύπρο με εμπορικό πλοίο στις 17 Μάϊου του 1967.

Πέντε ημέρες αργότερα, το πτώμα του βρέθηκε στην παραλία Γεννάδι της Ρόδου. Οι αρχές έκαναν λόγο για πνιγμό, όμως εξ αρχής ο θάνατος του θεωρήθηκε μια στυγερή δολοφονία, από τους οικείους του και την κοινή γνώμη στην Ελλάδα. Ακόμα και οι φωτογραφίες της εποχής που κατόπιν δημοσιεύτηκαν, αποκαλύπτουν εμφανές τραύμα στην καρδιά πιθανόν από σφαίρα ή άλλο αντικείμενο. Οι μαρτυρίες για το πληγωμένο του κορμί δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι ο Μανδηλαράς θεωρήθηκε επικίνδυνος για το καθεστώς, τόσο ώστε να απαιτείται η άμεση εξόντωσή του.



Ο Νικηφόρος Μανδηλαράς θάφτηκε στη Ρόδο στις 24 Μαΐου, παρουσία μιας χούφτας ανθρώπων και πολλών χωροφυλάκων, χωρίς την οικογένειά του που δεν είδε ποτέ τον πτώμα του, ούτε πρόλαβε να ορίσει ιατροδικαστή. Την ίδια μέρα η είδηση του θανάτου του εμφανίστηκε στα Νέα με τίτλο «Το εκβρασθέν εις Ρόδον πτώμα εξηκριβώθη ότι ανήκει εις τον δικηγόρον Μανδηλαράν». Ωστόσο, το Γαλλικό Πρακτορείο, το BBC, η Deutsche Welle και ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Μόσχας είχαν ήδη καλύψει εκτενώς την δολοφονία του, που δεν εξιχνιάστηκε ποτέ καθώς και στην μεταπολίτευση, η υπόθεση μπήκε στο αρχείο.



Αλλά ας πούμε δυο κουβέντες πιο προσωπικές. Πριν από λίγα χρόνια, σε μια συναλλαγή με επιχείρηση στο Πόρτο Ράφτη χρειάστηκε να δώσω το επίθετό μου. Τότε ο ιδιοκτήτης, κάπως ταραγμένος, με ρώτησε αν είχα σχέση με το Νικηφόρο. Του απάντησα πως ήταν θείος του πατέρα μου αλλά δεν είχαμε επαφές με την οικογένειά του, ούτε δικαιούμαι να πιστώνομαι το όνομα. Μου είπε αυστηρά «Αν δεν ήταν ο Μανδηλαράς, εγώ σήμερα δε θα στεκόμουν μπροστά σου. Δε μου χρωστάς τίποτα».

Τραγουδάει η Χάρις Αλεξίου σε στίχους Μανώλη Ρασούλη και μουσική Μάνου Λοϊζου: «Το δίκιο του αγώνα πολλά σου στέρησε, μα η ζωή λεχώνα ελπίδες γέννησε. Τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή».

ΠΗΓΗ: praktoreiomagazine.tumblr.com

Σχόλια

loading...
Εγγραφείτε τώρα!