Οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιλέχθηκαν για να νομοθετήσουν όσα δεν τόλμησαν οι κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ



Η κυβέρνηση θα ξεκινήσει τη διαδικασία διαβούλευσης, καθοδηγούμενη από μια ομάδα ανεξαρτήτων ειδικών για να αναθεωρήσουν ένα αριθμό από τα ήδη υπάρχοντα πλαίσια στην αγορά εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ομαδικών απολύσεων, της συνδικαλιστικής δράσης, της συλλογικής διαπραγμάτευσης λαμβάνοντας υπόψιν τους τις βέλτιστες πρακτικές που ισχύουν στην ΕΕ σχετικά με την αγορά εργασίας». Σε αυτήν εδώ τη φράση της συμφωνίας της 12ης Ιουλίου συμπυκνώνονται οι δεσμεύσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, προκειμένου να αλλάξει το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο για τους όρους «πώλησης» της εργασίας στο καθεστώς καταβαράθρωσης της «τιμής» της εργατικής δύναμης που έχουν δρομολογήσει οι έως τώρα μνημονιακοί νόμοι των κυβερνήσεων ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Άλλωστε, το καθεστώς κατάργησης των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, μείωσης του κατώτατου μισθού, κυριαρχίας των ελαστικών μορφών απασχόλησης, προστασίας της απλήρωτης εργασίας σε περιπτώσεις ψευτο-πτωχεύσεων, της μαθητείας και της διευκόλυνσης των απολύσεων με δραστικές περικοπές στις αποζημιώσεις, το διατηρεί και το επιτηρεί επί ενάμιση χρόνο η ίδια κυβέρνηση. Αξίζει να επισημανθεί ότι η κατάσταση ασυδοσίας που επικρατεί με τις ευλογίες της, θα είναι ένα από τα βασικά κυβερνητικά επιχειρήματα για τους «συμβιβασμούς» που θα αποτελέσουν την πρότασή της για το νέο νομοθετικό πλαίσιο. Όσο και αν προσπαθεί να …ξεχαστεί, η κυβέρνηση έχει ουσιαστικά δεσμευθεί στην κατάργηση του βασικού ισχύοντος εργασιακού νόμου –1264– που απεικόνιζε το επίπεδο ανάπτυξης του εργατικού κινήματος όταν αυτός ψηφίστηκε το 1982. Η κίνηση αυτή θεωρείται βασικό «προαπαιτούμενο» για το κλείσιμο της λεγόμενης «δεύτερης αξιολόγησης» η οποία προορίζεται για το Φθινόπωρο. Μάλιστα, ξεκαθαρίζεται στην συμφωνία πως «οι υπάρχοντες εργασιακοί νόμοι θα εξορθολογιστούν μέσω ενός νέου εργασιακού νόμου» για να μην υπάρχει η παραμικρή υπόνοια περί διατήρησης, έστω και τυπικής, του 1264/82.

Η «διαπραγμάτευση» με τους θεσμούς θα βασιστεί σε μελέτες της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας σχετικά με τις λεγόμενες «βέλτιστες πρακτικές». Το περιεχόμενό τους δεν είναι γνωστό όμως η ΔΟΕ είναι …πασίγνωστη για τις αντιλήψεις της που αποτιμούν τα εργασιακά δικαιώματα ως αρνητικό παράγοντα «ανταγωνιστικότητας». Ειδικά για το θέμα των ομαδικών απολύσεων την κατάσταση διαμορφώνει η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που θεωρεί μη συμβατή με το ευρωπαϊκό δίκαιο την πρόβλεψη για επικύρωση από την κυβέρνηση, όταν μία επιχείρηση προβάλλει αίτημα μαζικών απολύσεων. Πρόκειται για το καθεστώς που ισχύει σήμερα το οποίο σε τίποτε δεν εμπόδισε π.χ. την Ελληνική Χαλυβουργία και άλλες επιχειρήσεις να προχωρήσουν σε δεκάδες απολύσεις με το πρόσχημα της μη βιωσιμότητάς τους. Είναι εμφανές –με δεδομένες τις θέσεις των δανειστών– ότι θα προκύψει ακόμη μεγαλύτερη «απελευθέρωση» της εργοδοτική αυθαιρεσίας. Επίσης στο στόχαστρο αναμένεται να μπει και η συνδικαλιστική δράση, αφού υφίσταται η εκτίμηση ότι η δυνατότητα κήρυξης απεργιακών κινητοποιήσεων δεν συνάδει με το …«σταθερό περιβάλλον» που απαιτείται για την προσέλκυση νέων επενδύσεων. Το θέμα του lock out –της εργοδοτικής δηλαδή απεργίας– θα είναι ένα από τα εμβληματικά ζητήματα στην αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου για τα εργασιακά ζητήματα. Η κυβέρνηση επιχειρεί να το παρουσιάσει ως «κόκκινη γραμμή» στην διαπραγματευτική της τακτική, όμως στην πράξη διαφαίνεται μια μεθοδευμένη προσπάθεια προκειμένου να το επιτρέψει, με έμμεσο τρόπο, στον εργασιακό μεσαίωνα που ζούμε. Το πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση έγινε, ήδη, με μία νομοθετική κίνηση, όταν τον Ιανουάριο του 2015 η κυβέρνηση έφερε και ψήφισε στη Βουλή την ευρωπαϊκή σύμβαση του «Αναθεωρημένου Κοινωνικού Χάρτη» της Ε.Ε. Στο άρθρο 6 της συγκεκριμένης συνθήκης το δικαίωμα στην απεργία αποδίδεται ως …«κοινωνικό δικαίωμα» εξίσου στους εργοδότες και στους εργαζόμενους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο άρθρο: «με σκοπό την διασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος στις συλλογικές διαπραγματεύσεις τα μέρη αναγνωρίζουν το δικαίωμα εργαζομένων και εργοδοτών στη συλλογική δράση, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην απεργία με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από συλλογικές συμβάσεις που είχαν υπογραφεί στο παρελθόν». Ουσιαστικά δηλαδή με τη ρύθμιση αυτή, τέθηκαν οι νομικές βάσεις για την αναγνώριση του ακραία αντεργατικού αυτού μέτρου. Να σημειωθεί ότι τέτοιου είδους ρύθμιση δεν τόλμησαν να φέρουν στη Βουλή ούτε οι προηγούμενες κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Ενδεικτικό είναι ότι η συγκεκριμένη σύμβαση υπογράφηκε πρίν από …19 χρόνια και ξαφνικά,με συνοπτικές διαδικασίες, ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο. Στη συγκεκριμένη σύμβαση αναφέρεται, βέβαια, ότι «το άρθρο 6 του Χάρτη δεν δεσμεύει την Ελλάδα» με την αιτιολογία ότι η εργοδοτική ανταπεργία «απαγορεύεται κατά το εθνικό δίκαιο δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν.1264/1982». Δηλαδή το μόνο εμπόδιο ανάμεσα στη θεσμοθέτηση, και τυπικά πλέον, του lock out είναι ένας νόμος τον οποίο η κυβέρνηση έχει δεσμευθεί ότι θα καταργήσει! Ενδεικτικό είναι ότι στην επίμαχη συνεδρίαση της Βουλής για την ψήφιση του κοινωνικού χάρτη, τη θεσμοθέτηση του lock out είχε παραδεχθεί ακόμη και ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Θεωνάς, ο οποίος ήταν γραμματέας της ΓΣΕΕ την περίοδο που συντάσσονταν η συγκεκριμένη ευρωπαϊκή συνθήκη. Όπως είχε χαρακτηριστικά αναφέρει «η αναγνώριση του δικαιώματος της ανταπεργίας σε συνδυασμό με την άρνηση της μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, αυτά τα δύο μέτρα, που εντάσσονται και στο ελληνικό δίκαιο σαν συνακολούθημα του ευρωπαϊκού δικαίου, καταστρέφουν τις εργατικές διεκδικήσεις».

Στα όσα έχουν συμφωνηθεί στο 3ο Μνημόνιο ξεκαθαρίζεται πως το βασικό κριτήριο για τις αλλαγές που θα συμφωνηθούν θα είναι η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και η «ευελιξία» της απασχόλησης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται «τα τελευταία έτη, έχουν συντελεστεί μείζονες αλλαγές στην ελληνική αγορά εργασίας και το μισθολογικό κόστος για να γίνει η απασχόληση πιο ευέλικτη. Η Ελληνική κυβέρνηση δεσμεύεται να υιοθετήσει στην εργασία τις βέλτιστες πρακτικές της ΕΕ και να ενδυναμώσει ένα εποικοδομητικό διάλογο με όλους τους εμπλεκόμενους δημόσιους φορείς. Η προσέγγιση δεν πρέπει μόνο να ισορροπεί ανάμεσα στην ελαστικότητα και την ισότητα ανάμεσα σε εργοδότες και εργαζομένους, αλλά να λάβει επίσης υπόψιν της το μεγάλο ποσοστό ανεργίας και την ανάγκη επίτευξης ενός βιώσιμου μοντέλου ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης». Το μήνυμα είναι σαφές και το ποιες θα είναι οι «βέλτιστες πρακτικές» θα το διαμορφώσει μία επιτροπή εμπειρογνωμόνων στην οποία θα συμμετέχουν γνωστοί εκπρόσωποι των λογικών του κοινωνικού εταιρισμού. Στην 8μελή αυτή επιτροπή πρόεδρος θα είναι ο Jan Van Ours (Ολλανδός καθηγητής πολιτικής οικονομίας στο πανεπιστήμιο Τίλμπουργκ ) και μέλη οι Gerhard Bosch (καθηγητής σε θέματα εργασίας και οικονομικής κοινωνιολογίας στο Εσσεν), Bruno Veneziani (καθηγητής εργατικού δικαίου στο Μπάρι), ο Fernandes Monteiro (καθηγητής εργατικού δικαίου στο Πόρτο), Wolfang Daubler (καθηγητής εργατικού δικαίου στη Βρέμη), Γιάννης Κουκιάδης (καθηγητής εργατικού δικαίου στη Θεσσαλονίκη και πρώην υπουργός), Juan Jimeno (διευθυντής του τμήματος ερευνών της κεντρικής τράπεζας της Ισπανίας) και Petro Silva Martins (καθηγητής οικονομικών της εργασίας στο Queen Mary College).

Μάλιστα στη συμφωνία υπάρχουν συγκεκριμένες ασφαλιστικές δικλείδες, αφού ορίζεται σαφώς ότι θα διατηρηθούν οι νόμοι της κυβέρνησης Παπαδήμου για τον κατώτατο μισθό μιας και «οι αρχές θα σέβονται τις προβλέψεις του νόμου 4172/2013, ειδικά σε ο,τι αφορά τον κατώτατο μισθό» και «με το κλείσιμο της αξιολόγησης, του 2016 (δεύτερη αξιολόγηση), οι αρχές δεσμεύονται να εφαρμόσουν τις ομαδικές απολύσεις και τα πλαίσια συνδικαλιστικής δράσης και συλλογικής διαπραγμάτευσης». Η κυβέρνηση επιχειρεί παράλληλα να παρουσιάσει και μέτρα καταπολέμησης της «αδήλωτης εργασίας» που όμως σχετίζονται αποκλειστικά με τις ανάγκες επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων και όχι με τα εργασιακά δικαιώματα. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό το ότι προβλέπεται η ενίσχυση των εισπρακτικών μηχανισμών μέσω της μηχανοργάνωσης χωρίς να γίνεται η παραμικρή νύξη για τις Επιθεωρήσεις Εργασίας που έχουν αποψιλωθεί.
Στις αλλαγές της αγοράς εργασίας που προωθούνται εμπλέκεται και η εκπαίδευση, προκειμένου να ενισχυθούν οι δεσμοί της με το κεφάλαιο και να προσαρμοστεί η λειτουργία της. Οι δεσμεύσεις της κυβέρνησης είναι σαφείς: «Οι αρχές, σε συνεργασία με τον ΟΟΣΑ και ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, θα προετοιμάσουν μια αξιολόγηση για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Η εν λόγω επανεξέταση θα καλύπτει όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένων των δεσμών μεταξύ έρευνας και εκπαίδευσης και της συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων με σκοπό την ενίσχυση της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας».

Σχόλια

loading...
Εγγραφείτε τώρα!