ροή ειδήσεων

TO ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΠΕΡΡΙΨΕ ΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ



Με απόφαση του Ευρωπαϊκού δικαστηρίου απορρίφθηκε αίτηση Ελλήνων πολιτών κατά του Ελληνικού δημοσίου σχετικά με τις μειώσεις των συντάξεων τους..
Δείτε ολόκληρη την απόφαση και το αιτιολογικό της

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 3ης Μαΐου 2017 
«Εξωσυμβατική ευθύνη – Οικονομική και νομισματική πολιτική – Αποφάσεις που απευθύνονται σε κράτος μέλος για τη διόρθωση κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος – Μείωση και κατάργηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα – Κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που απονέμει δικαιώματα σε ιδιώτες»
Στην υπόθεση T‑531/14,
Λεϊμονιά Σωτηροπούλου, κάτοικος Πάτρας (Ελλάδα), και οι λοιποί ενάγοντες των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα (1), εκπροσωπούμενοι από τον Κ. Χρυσόγονο, δικηγόρο,
ενάγοντες,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τον A. de Gregorio Merino και τις Ε. Χατζηιωακειμίδου και E. Dumitriu‑Segnana,
εναγομένου,
υποστηριζόμενου από
την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J.-P. Keppenne και Μ. Κωνσταντινίδη,
παρεμβαίνουσα,
με αντικείμενο αγωγή, βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν οι ενάγοντες λόγω της εκδόσεως από το Συμβούλιο αποφάσεων απευθυνόμενων προς την Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο της ενεργοποιήσεως του μηχανισμού που προβλέπει το άρθρο 126 ΣΛΕΕ,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Prek, πρόεδρο, F. Schalin και M. J. Costeira (εισηγήτρια), δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
Το συνταξιοδοτικό καθεστώς των εναγόντων
1 Οι ενάγοντες, ήτοι η Λεϊμονιά Σωτηροπούλου και οι λοιποί ενάγοντες των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα, ήταν εργαζόμενοι στον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ και έχουν συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία.
2 Οι ενάγοντες υπάγονται σε δύο οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, ήτοι, αφενός, το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (στο εξής: ΙΚΑ), φορέα κύριας ασφάλισης, από το οποίο λαμβάνουν κύρια σύνταξη γήρατος, και, αφετέρου, το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού ΟΤΕ, το οποίο υπάγεται στο Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας, φορέα επικουρικής ασφάλισης, από το οποίο λαμβάνουν επικουρική σύνταξη γήρατος.
Η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος και ο διακυβερνητικός μηχανισμός χρηματοδοτικής στήριξης προς την Ελληνική Δημοκρατία
3 Στις 27 Απριλίου 2009, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 6, ΕΚ (νυν άρθρο 126, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ), ότι υπήρχε υπερβολικό έλλειμμα στην Ελλάδα και απηύθυνε συστάσεις προς την Ελληνική Δημοκρατία καλώντας την να διορθώσει το έλλειμμα αυτό το αργότερο μέχρι το 2010, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 7, ΕΚ (νυν άρθρο 126, παράγραφος 7, ΣΛΕΕ) και το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1467/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (ΕΕ 1997, L 209, σ. 6). Επιπλέον, το Συμβούλιο έταξε προθεσμία έως τις 27 Οκτωβρίου 2009 για την ανάληψη αποτελεσματικής δράσης εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας.
4 Στις αρχές του 2010, η Ελληνική Δημοκρατία αντιμετώπιζε δυσχέρειες στην εξασφάλιση δανειοδότησης από τις διεθνείς αγορές.
5 Στις 16 Φεβρουαρίου 2010, το Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 126, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ και του άρθρου 136 ΣΛΕΕ, εξέδωσε την απόφαση 2010/182/ΕΕ με την οποία ειδοποιείται η Ελλάδα να λάβει μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος η οποία κρίνεται αναγκαία προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος (ΕΕ 2010, L 83, σ. 13). Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης 2010/182 ορίζει ότι η Ελληνική Δημοκρατία οφείλει να θέσει τέλος στην κατάσταση αυτή το αργότερο έως το 2012.
6 Δεδομένου ότι από την ελληνική κρίση χρέους προέκυπτε απειλή για τα λοιπά κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ και κίνδυνος για τη σταθερότητα της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ συμφώνησαν, κατά τη σύνοδο κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης Μαρτίου 2010, να δημιουργηθεί ένας διακυβερνητικός μηχανισμός στήριξης προς την Ελληνική Δημοκρατία. Ο μηχανισμός αυτός συνίστατο σε συντονισμένο διμερή δανεισμό με επιτόκια που θα διαμορφώνονταν με μη χαριστικούς όρους, δηλαδή χωρίς κανένα στοιχείο επιδότησης. Η χορήγηση των δανείων θα υπαγόταν σε όρους και θα γινόταν κατόπιν αίτησης της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο μηχανισμός στήριξης επρόκειτο επίσης να περιλάβει την ουσιαστική συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).
7 Ο προαναφερθείς διακυβερνητικός μηχανισμός βασίζεται σε δύο πράξεις: πρώτον, στην «Intercreditor Agreement» (σύμβαση μεταξύ πιστωτών), στην οποία συμβαλλόμενα μέρη είναι τα κράτη που παρέχουν τη στήριξη και η οποία περιλαμβάνει τους βασικούς κανόνες συντονισμού μεταξύ των δανειστών για τη χορήγηση των δανείων, και, δεύτερον, στη «Loan Facility Agreement» (συμφωνία δανειακής διευκόλυνσης) μεταξύ, αφενός, των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ που παρέχουν τη στήριξη (καθώς και ενός γερμανικού δημόσιου χρηματοδοτικού οργανισμού που λειτουργεί υπό τις εντολές και την εγγύηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας) και, αφετέρου, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της ελληνικής κεντρικής τράπεζας.
8 Στις 23 Απριλίου 2010, η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε την ενεργοποίηση του προαναφερθέντος διακυβερνητικού μηχανισμού στήριξης.
9 Στις 2 Μαΐου 2010, κατ’ εφαρμογήν του ως άνω μηχανισμού, τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ έδωσαν τη συγκατάθεσή τους για να χορηγηθεί στην Ελληνική Δημοκρατία το ποσό των 80 δισεκατομμυρίων ευρώ στο πλαίσιο ενός χρηματοδοτικού πακέτου 110 δισεκατομμυρίων ευρώ το οποίο επρόκειτο να χορηγηθεί από κοινού με το ΔΝΤ.
10 Στις 3 Μαΐου 2010, οι εκπρόσωποι της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής –η οποία ενεργούσε για λογαριασμό των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ– υπέγραψαν έγγραφο με τίτλο «Memorandum of Understanding» (Μνημόνιο Συνεννόησης) στο οποίο περιγράφεται το τριετές πρόγραμμα που κατάρτισε το ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με την Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και το ΔΝΤ, με σκοπό τη βελτίωση των ελληνικών δημοσίων οικονομικών και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών στην κατάσταση των ελληνικών δημοσίων οικονομικών και της ελληνικής οικονομίας εν γένει. Το Μνημόνιο Συνεννόησης αποτελείται από τρία επιμέρους μνημόνια: το «Memorandum of Economic and Financial Policies» (Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής), το «Memorandum of Understanding on Specific Economic Policy Conditionality» (Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής) και το «Technical Memorandum of Understanding» (Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης).
11 Στις 8 Μαΐου 2010, υπογράφηκαν η προαναφερθείσα σύμβαση μεταξύ πιστωτών και η προαναφερθείσα δανειακή σύμβαση (βλ. σκέψη 7 ανωτέρω).
Οι επίμαχες αποφάσεις
12 Στις 10 Μαΐου 2010, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2010/320/ΕΕ απευθυνόμενη προς την Ελλάδα με σκοπό την ενίσχυση και εμβάθυνση της δημοσιονομικής εποπτείας, διά της οποίας ειδοποιείται η Ελλάδα να λάβει τα μέτρα μείωσης του ελλείμματος που κρίνονται αναγκαία για την αντιμετώπιση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος (ΕΕ 2010, L 145, σ. 6, διορθωτικό ΕΕ 2011, L 209, σ. 63), η οποία τροποποιήθηκε με την απόφαση 2010/486/ΕΕ του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2010 (ΕΕ 2010, L 241, σ. 12), με την απόφαση 2011/57/ΕΕ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2010 (ΕΕ 2011, L 26, σ. 15), και με την απόφαση 2011/257/ΕΕ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2011 (ΕΕ 2011, L 110, σ. 26). Η απόφαση 2010/320 καταργήθηκε με την απόφαση 2011/734/ΕΕ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2011, η οποία απευθύνεται προς την Ελλάδα με σκοπό την ενίσχυση και εμβάθυνση της δημοσιονομικής εποπτείας, και διά της οποίας ειδοποιείται η Ελλάδα να λάβει τα μέτρα μείωσης του ελλείμματος που κρίνονται αναγκαία για την αντιμετώπιση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος (ΕΕ 2011, L 296, σ. 38), τροποποιηθείσα με την απόφαση 2011/791/ΕΕ του Συμβουλίου, της 8 Νοεμβρίου 2011 (ΕΕ 2011, L 320, σ. 28), με την απόφαση 2012/211/ΕΕ του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 2012 (ΕΕ 2012, L 113, σ. 8), και με την απόφαση 2013/6/ΕΕ του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2012 (ΕΕ 2013, L 4, σ. 40) (στο εξής, από κοινού: επίμαχες αποφάσεις).
Η απόφαση 2010/320
13 Στις αιτιολογικές σκέψεις 4 και 5 της απόφασης 2010/320, διευκρινίζεται κατά βάση ότι στην Ελλάδα υπήρξαν αρνητικές και μη αναμενόμενες οικονομικές εξελίξεις με δυσμενέστατες επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά και, για τον λόγο αυτό, κρίθηκε δικαιολογημένη η τροποποίηση του περιεχομένου της αρχικής ειδοποίησης στις 16 Φεβρουαρίου 2010 με την απόφαση 2010/182 και η έκδοση αναθεωρημένης ειδοποίησης δυνάμει του άρθρου 126, παράγραφος 9, και του άρθρου 136 ΣΛΕΕ.
14 Η αιτιολογική σκέψη 8 της απόφασης 2010/320 κάνει μνεία του διακυβερνητικού μηχανισμού χρηματοδοτικής στήριξης προς την Ελληνική Δημοκρατία και έχει ως εξής:
«Η ιδιαίτερα οξεία επιδείνωση της χρηματοπιστωτικής κατάστασης της ελληνικής κυβέρνησης οδήγησε τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ να αποφασίσουν να παράσχουν στήριξη σταθερότητας προς την Ελλάδα, προκειμένου να διαφυλαχθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο, και σε συνδυασμό με πολυμερή συνδρομή που παρέχεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η στήριξη από τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ αυτή λαμβάνει τη μορφή συγκέντρωσης διμερών δανείων, που συντονίζεται από την Επιτροπή. Οι δανειστές αποφάσισαν να χορηγήσουν τη στήριξή τους με την προϋπόθεση της τήρησης της παρούσας απόφασης από την Ελλάδα. Ειδικότερα, η Ελλάδα αναμένεται να εφαρμόσει τα μέτρα που προσδιορίζονται στην παρούσα απόφαση σύμφωνα με το προβλεπόμενο σε αυτή χρονοδιάγραμμα.»
15 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης 2010/320 ορίζει το έτος 2014 ως νέα προθεσμία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος της Ελλάδας (αντί του έτους 2012 που είχε οριστεί με την απόφαση 2010/182). Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της ίδιας απόφασης προβλέπει την πορεία προσαρμογής για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος και θεσπίζει τα όρια ελλείμματος για τα έτη 2010 έως 2014.
16 Το άρθρο 2 της απόφασης 2010/320 προβλέπει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, τηρώντας το σχετικό χρονοδιάγραμμα, λαμβάνει σειρά μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης με σκοπό τη μείωση των δημοσίων δαπανών και την αύξηση των κρατικών εσόδων, μέτρα για την ενίσχυση της δημοσιονομικής εποπτείας και της δημοσιονομικής πειθαρχίας και μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα που αποσκοπούν ιδίως στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας εν γένει. Τα εν λόγω μέτρα αφορούν πληθώρα τομέων, όπως, μεταξύ άλλων, η φορολογική πολιτική, το συνταξιοδοτικό σύστημα και οι συντάξεις, η οργάνωση της δημόσιας διοίκησης και το τραπεζικό σύστημα.
17 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της απόφασης 2010/320 προβλέπει ότι η Ελληνική Δημοκρατία θεσπίζει, πριν από τα τέλη Ιουνίου του 2010, το μέτρο της «κατάργησ[ης] των δώρων Πάσχα, Χριστουγέννων των επιδομάτων αδείας που καταβάλλονται στους συνταξιούχους, με ταυτόχρονη προστασία αυτών που λαμβάνουν χαμηλότερες συντάξεις, με στόχο την εξοικονόμηση 1 900 εκατ. ευρώ για ένα πλήρες έτος (1 500 εκατ. ευρώ το 2010)».
18 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της απόφασης 2010/320 προβλέπει ότι, μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου 2010, η Ελληνική Δημοκρατία θεσπίζει:
«[Ν]όμο για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος με σκοπό την εξασφάλιση της μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητάς του. Ο νόμος πρέπει ιδίως να θεσπίζει ένα ενιαίο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης στα 65 έτη (περιλαμβανομένων των γυναικών), συγχώνευση των υφιστάμενων συνταξιοδοτικών ταμείων σε τρία ταμεία και ενιαίο νέο σύστημα συνταξιοδότησης για όλους τους παρόντες και μελλοντικούς υπαλλήλους (με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2013), μείωση του ανωτάτου ορίου στις συντάξεις, σταδιακή αύξηση της ελάχιστης ανταποδοτικής περιόδου για συνταξιοδότηση με πλήρη σύνταξη [...] από τα 37 στα 40 έτη (μέχρι το 2015), ελάχιστο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης στα 60 έτη από την 1η Ιανουαρίου 2011 (περιλαμβανομένων των εργαζομένων στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα και όσων έχουν 40 έτη εισφορών), κατάργηση των ειδικών κανόνων για τους ασφαλισμένους πριν από το 1993 (με παράλληλη διατήρηση των κεκτημένων δικαιωμάτων), σημαντική περικοπή του καταλόγου των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, μείωση συνταξιοδοτικών παροχών (κατά 6 % ετησίως) για τα άτομα που συνταξιοδοτούνται από την ηλικία των 60 έως των 65 ετών, με περίοδο συνεισφορών μικρότερη των 40 ετών, δημιουργία αυτόματου μηχανισμού προσαρμογής για τη σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής (από το 2020), εισαγωγή ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος βασισμένου σε εισοδηματικά κριτήρια για τους ηλικιωμένους πάνω από το νομοθετημένο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης, θέσπιση αυστηρότερων όρων και τακτική επανεξέταση της πλήρωσης των προϋποθέσεων για τις συντάξεις αναπηρίας, τροποποίηση του τύπου απονομής σύνταξης στο ανταποδοτικό σχήμα για την ενίσχυση της σχέσης μεταξύ των εισφορών που καταβάλλονται και των παροχών που λαμβάνονται (με το ποσοστό συσσώρευσης να περιορίζεται σε ένα μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 1,2 %), και επέκταση για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών με βάση τις αποδοχές στο σύνολο του εργασιακού βίου (με διατήρηση των κεκτημένων δικαιωμάτων). Η εφαρμογή του νόμου αυτού αναμένεται να μειώσει την προβλεπόμενη αύξηση του λόγου των δαπανών για συντάξεις προς το ΑΕΠ σε επίπεδο χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ στη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών και θα περιορίσει την αύξηση των δαπανών του δημοσίου τομέα για συντάξεις την περίοδο 2010-2060 σε λιγότερο από 2,5 % του ΑΕΠ».
19 Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της απόφασης 2010/320 προβλέπει, κατά βάση, την υποχρέωση της Ελληνικής Δημοκρατίας να υποβάλλει ανά τρίμηνο στο Συμβούλιο και την Επιτροπή έκθεση στην οποία θα καταγράφονται τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη συμμόρφωση προς την απόφαση αυτή και η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά, αφενός, με συγκεκριμένα μέτρα που έχουν εφαρμοστεί από την Ελληνική Δημοκρατία μέχρι την ημερομηνία της έκθεσης σε συμμόρφωση με την απόφαση, περιλαμβανομένης και της ποσοτικοποιημένης δημοσιονομικής τους επίπτωσης, και, αφετέρου, με συγκεκριμένα μέτρα που προβλέπεται να εφαρμοστούν από την Ελληνική Δημοκρατία μετά την ημερομηνία της έκθεσης, σε συμμόρφωση με την απόφαση, καθώς και το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής τους και την εκτίμηση της δημοσιονομικής τους επίπτωσης.
20 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, της απόφασης 2010/320, η Επιτροπή και το Συμβούλιο αναλύουν τις προαναφερθείσες εκθέσεις προκειμένου να αξιολογήσουν τη συμμόρφωση της Ελληνικής Δημοκρατίας προς την απόφαση αυτή. Κατά τις αξιολογήσεις αυτές, η Επιτροπή μπορεί να υποδείξει τα μέτρα που χρειάζονται για να τηρηθεί η πορεία προσαρμογής που χαράσσει η απόφαση, με σκοπό τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος.
21 Τα άρθρα 5 και 6 της απόφασης 2010/320 ορίζουν ότι αυτή παράγει αποτελέσματα από την ημέρα της κοινοποίησής της και ότι απευθύνεται στην Ελληνική Δημοκρατία.
Οι αποφάσεις 2010/486, 2011/57 και 2011/257
22 Το άρθρο 1 της απόφασης 2010/486 προβλέπει, στις παραγράφους 10, 11 και 13, τα εξής:
«10. Στο άρθρο 2 παράγραφος 3 [της απόφασης 2010/320] προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:
[...]
“ιδ) δημοσίευση ενδιαμέσων μακροπρόθεσμων προβλέψεων για τις συνταξιοδοτικές δαπάνες έως το 2060, όπως ορίζεται στη νομοθετική μεταρρύθμιση του Ιουλίου 2010, οι οποίες θα καλύπτουν τα συστήματα βασικής σύνταξης (ΙΚΑ, συμπεριλαμβανομένου του καθεστώτος σύνταξης των δημοσίων υπαλλήλων, του ΟΓΑ και του ΟΑΕΕ)·”
[...]
11. Στο άρθρο 2 παράγραφος 4 [της απόφασης 2010/320] προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
“β) δημοσίευση συνοπτικών μακροπρόθεσμων προβλέψεων για τις συνταξιοδοτικές δαπάνες έως το 2060, όπως ορίζεται στη νομοθετική μεταρρύθμιση του Ιουλίου 2010. Οι προβλέψεις πρέπει να περιλαμβάνουν τα συστήματα συμπληρωματικών (επικουρικών) συντάξεων, βάσει ενός ολοκληρωμένου συνόλου στοιχείων που θα συλλέγονται και θα υποβάλλονται σε επεξεργασία από την εθνική αναλογιστική αρχή. Οι προβλέψεις θα αξιολογούνται από ομότιμους και θα επικυρώνονται από την Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής.”
[…]
13. Στο άρθρο 2 παράγραφος 5 [της απόφασης 2010/320] προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:
“δ) πράξη αναθεώρησης των βασικών παραμέτρων του συνταξιοδοτικού συστήματος, για να περιοριστεί η αύξηση των δαπανών του δημοσίου τομέα για συντάξεις κατά την περίοδο 2010-2060 κάτω του 2,5 % του ΑΕΠ, εάν από τις μακροπρόθεσμες προβλέψεις που προβλέπονται στις παραγράφους 3 στοιχείο ιγ) και 4 στοιχείο β) του άρθρου 2 προκύπτει ότι η προβλεπόμενη αύξηση στις δημόσιες συνταξιοδοτικές δαπάνες θα υπερέβαινε το ποσό αυτό·
ε) αναθεώρηση της λειτουργίας των δημόσιων συστημάτων συμπληρωματικών/επικουρικών συντάξεων, με στόχο τη σταθεροποίηση των δαπανών και την εγγύηση της δημοσιονομικής ουδετερότητας αυτών των συστημάτων· […]”»
Η απόφαση 2011/734.
23 Στις αιτιολογικές σκέψεις 9 και 10 της απόφασης 2011/734 διευκρινίζεται κατά βάση ότι τον Ιούνιο του 2011 κατέστη προφανές ότι, λαμβανομένων υπόψη της δημοσιονομικής διολίσθησης κατά το 2010 και της εκτέλεσης του προϋπολογισμού μέχρι τον Μάιο του 2011, χωρίς μεταβολή της πολιτικής δεν θα επιτυγχανόταν ο στόχος του 2011 για το έλλειμμα, και μάλιστα με σημαντική απόκλιση, γεγονός που θα έθετε σε κίνδυνο τη συνολική αξιοπιστία του προγράμματος. Ως εκ τούτου, παρέστη ανάγκη να επικαιροποιηθούν συγκεκριμένα δημοσιονομικά μέτρα, ώστε να δοθεί στην Ελληνική Δημοκρατία η δυνατότητα να επιτύχει τον στόχο για το έλλειμμα το 2011 και να τηρηθούν τα ανώτατα όρια για το έλλειμμα των επόμενων ετών, τα οποία είχαν καθοριστεί με την απόφαση 2010/320. Τα μέτρα αυτά συζητήθηκαν διεξοδικά με την Ελληνική Κυβέρνηση και συμφωνήθηκαν από κοινού από την Επιτροπή, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ.
24 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της απόφασης 2011/734 προβλέπει ότι η Ελληνική Δημοκρατία θεσπίζει, πριν από το τέλος Ιουνίου του 2010, το μέτρο της «κατάργησ[ης] των δώρων Πάσχα, Χριστουγέννων και των επιδομάτων αδείας που καταβάλλονται στους συνταξιούχους, με ταυτόχρονη προστασία αυτών που λαμβάνουν χαμηλότερες συντάξεις, με στόχο την εξοικονόμηση 1 900 εκατ. ευρώ για ένα πλήρες έτος (1 500 εκατ. ευρώ το 2010)».
25 Το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο ηʹ, και παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της απόφασης 2011/734 προβλέπει κατά βάση ότι η Ελληνική Δημοκρατία θεσπίζει, μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου του 2010, το μέτρο της δημοσίευσης «ενδιαμέσων μακροπρόθεσμων προβλέψεων» για τις συνταξιοδοτικές δαπάνες έως το 2060, όπως ορίζεται στη νομοθετική μεταρρύθμιση του Ιουλίου 2010, και, μέχρι το τέλος Μαρτίου του 2011, το μέτρο της δημοσίευσης «συνοπτικών μακροπρόθεσμων προβλέψεων» για τις συνταξιοδοτικές δαπάνες έως το 2060.
26 Το άρθρο 2, παράγραφος 5, στοιχείο εʹ, της απόφασης 2011/734 προβλέπει κατ’ ουσίαν ότι η Ελληνική Δημοκρατία θεσπίζει, μέχρι το τέλος Ιουλίου του 2011, «πράξη αναθεώρησης των βασικών παραμέτρων του συνταξιοδοτικού συστήματος για να περιορισθεί η αύξηση των δαπανών του δημοσίου τομέα για συντάξεις κατά την περίοδο 2009-2060 κάτω του 2,5 % του ΑΕΠ, εάν από μακροπρόθεσμες προβλέψεις προκύπτει ότι η προβλεπόμενη αύξηση στις δημόσιες συνταξιοδοτικές δαπάνες θα υπερέβαινε το ποσό αυτό».
27 Το άρθρο 2, παράγραφος 6, στοιχείο ιαʹ, της απόφασης 2011/734 προβλέπει κατά βάση ότι η Ελληνική Δημοκρατία προβαίνει, μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου του 2011, σε εις βάθος επανεξέταση της λειτουργίας των δημόσιων ταμείων συμπληρωματικών ή επικουρικών συντάξεων, συμπεριλαμβανομένων των ταμείων πρόνοιας και των συστημάτων χορήγησης εφάπαξ παροχών, στόχος της οποίας είναι «η σταθεροποίηση των συνταξιοδοτικών δαπανών, η εγγύηση της δημοσιονομικής ουδετερότητας αυτών των συστημάτων και η διασφάλιση της μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του συστήματος».
28 Το παράρτημα Ι της απόφασης 2011/734 έχει ως εξής:
«Η μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική στρατηγική (ΜΔΣτρ) μέχρι το 2015 θα περιλαμβάνει τα εξής:
[…]
Περικοπές στις κοινωνικές παροχές κατά τουλάχιστον 1 188 εκατ. ευρώ το 2011, και επιπλέον 1 230 εκατ. ευρώ το 2012, 1 025 εκατ. ευρώ το 2013, 1 010 εκατ. ευρώ το 2014 και 700 εκατ. ευρώ το 2015, μέσω της προσαρμογής των συστημάτων επικουρικής συνταξιοδότησης και ακολούθως πάγωμα μέχρι το 2015· πάγωμα των βασικών συντάξεων· μεταρρύθμιση του συστήματος συντάξεων αναπηρίας· απογραφή των συνταξιούχων και διασταύρωση των προσωπικών δεδομένων με πλήρη εφαρμογή του αριθμού κοινωνικής ασφάλισης και του ανώτατου ορίου για τις συντάξεις· εξορθολογισμός των κριτηρίων για τους συνταξιούχους (ΕΚΑΣ)· εξορθολογισμός των παροχών και των δικαιούχων του ΟΕΕ-ΟΕΚ και του ΟΑΕΔ· περικοπές στα εφάπαξ ποσά που καταβάλλονται κατά τη συνταξιοδότηση· διασταύρωση των προσωπικών δεδομένων από την εισαγωγή ανώτατων ορίων για τους εργοδότες που μπορούν να ενταχθούν σε προγράμματα του ΟΑΕΔ· μείωση της βασικής σύνταξης του ΟΓΑ και των κατώτατων ορίων συνταξιοδότησης των άλλων ταμείων κοινωνικής ασφάλισης και θέσπιση αυστηρότερων κριτηρίων με βάση τη μόνιμη κατοικία· μείωση των δαπανών για κοινωνικές παροχές μέσω διασταύρωσης των στοιχείων· ενιαία ρύθμιση των παροχών υγείας για όλα τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης· ενιαίες συμβάσεις με ιδιωτικές κλινικές και ιατρικά κέντρα· επανεξέταση των κοινωνικών παροχών σε χρήμα και σε είδος που θα οδηγήσει στην κατάργηση των λιγότερο αποτελεσματικών· αύξηση της ειδικής κοινωνικής εισφοράς των συνταξιούχων (νόμος 3863/2010) για τους συνταξιούχους των οποίων η μηνιαία σύνταξη υπερβαίνει τα 1 700 ευρώ· αύξηση της ειδικής κοινωνικής εισφοράς που καταβάλλεται από τους συνταξιούχους κάτω των 60 ετών με μηνιαία σύνταξη πάνω από 1 700 ευρώ· καθιέρωση ειδικής κλιμακωτής εισφοράς για τις επικουρικές συντάξεις άνω των 300 ευρώ το μήνα και μείωση των μεταβιβάσεων στο ΝΑΤ (Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο) και το ταμείο συντάξεων του OTE και συνακόλουθη μείωση των συντάξεων ή αύξηση των εισφορών των δικαιούχων. [...]»
29 Νομική βάση όλων των επίμαχων αποφάσεων είναι το άρθρο 126, παράγραφος 9, και το άρθρο 136 ΣΛΕΕ.
Ελληνική νομοθεσία εφαρμογής των επίμαχων αποφάσεων
30 Για την εφαρμογή των επιτασσόμενων από τις επίμαχες αποφάσεις μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, η Ελληνική Δημοκρατία θέσπισε νόμους και, σε συνέχεια αυτών, το ΙΚΑ εξέδωσε εγκυκλίους.
31 Με το άρθρο 3 του νόμου 3845/2010 – Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, της 6ης Μαΐου 2010 (ΦΕΚ Αʹ 65/6.5.2010), και την εγκύκλιο ΙΚΑ 53/2010 – Καταβολή του επιδόματος αδείας και των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καταργήθηκαν τα επιδόματα αδείας, εορτών Χριστουγέννων και εορτών Πάσχα για τους συνταξιούχους ηλικίας κάτω των 60 ετών, καθώς και για όσους ελάμβαναν κύρια σύνταξη άνω των 2 500 ευρώ. Για τους λοιπούς συνταξιούχους, ηλικίας άνω των 60 ετών και με ποσά κύριας σύνταξης κάτω των 2 500 ευρώ, τα επιδόματα αυτά περιορίστηκαν σε ορισμένα ποσά.
32 Με το άρθρο 11 του νόμου 3863/2010 – Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις, της 15ης Ιουλίου 2010 (ΦΕΚ Αʹ 115/15.7.2010), και την εγκύκλιο ΙΚΑ 51/2010 – Παρακράτηση από τις συντάξεις Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων από 1/8/2010, οι κύριες συντάξεις μειώθηκαν από 3 % έως 10 % με κριτήριο το ποσό της λαμβανόμενης σύνταξης και με υπολογισμό του ποσοστού μείωσης στο συνολικό ποσό της κύριας σύνταξης.
33 Σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 44 του νόμου 3986/2011 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015, της 1ης Ιουλίου 2011 (ΦΕΚ Αʹ 152/1.7.2011), και την εγκύκλιο ΙΚΑ 47/2011 – Παρακράτηση Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων από 1.8.2011, οι μειώσεις των κύριων συντάξεων που είχαν γίνει το 2010 αναπροσαρμόστηκαν από την 1η Αυγούστου 2011. Επιπλέον, οι κύριες συντάξεις μειώθηκαν, σε σχέση με το προ του νόμου 3863/2010 ποσό, κατά 3 έως 14 % με κριτήριο το ποσό της λαμβανόμενης κύριας σύνταξης και με υπολογισμό του ποσοστού μείωσης στο συνολικό ποσό της κύριας σύνταξης.
34 Με το άρθρο 44 του νόμου 3986/2011 και την εγκύκλιο ΙΚΑ 61/2011 – Παρακράτηση από τις συντάξεις ΕΤΕΑΜ ειδικής εισφοράς συνταξιούχων επικουρικής ασφάλισης από 1/9/2011, θεσπίστηκε ειδική εισφορά συνταξιούχων επικουρικής ασφάλισης από την 1η Σεπτεμβρίου 2011. Επιπλέον, οι επικουρικές συντάξεις μειώθηκαν κατά 3 έως 10 % με κριτήριο το ποσό της λαμβανόμενης επικουρικής σύνταξης και με υπολογισμό του ποσοστού μείωσης στο συνολικό ποσό της επικουρικής σύνταξης.
35 Με το άρθρο 2 του νόμου 4024/2011 – Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο‑βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015, της 27ης Οκτωβρίου 2011 (ΦΕΚ Αʹ 226/27.10.2011), και την εγκύκλιο ΙΚΑ 86/2011 – Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθ. 2 του Ν. 4024/2011, σχετικά με την από 1/11/2011 περικοπή των συντάξεων μετά την παρακράτηση της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων, οι κύριες συντάξεις μειώθηκαν περαιτέρω, από 1ης Ιανουαρίου 2011, κατά 20 έως 40 % με κριτήριο την ηλικία του συνταξιούχου σε συνδυασμό με το ποσό της κύριας σύνταξης.
36 Με το άρθρο 2 του νόμου 4024/2011 και την εγκύκλιο ΙΚΑ 85/2011 – Μειώσεις συντάξεων ΕΤΕΑΜ από 1/11/2011, μειώθηκαν, από 1ης Ιανουαρίου 2011, όλες οι επικουρικές συντάξεις κατά 30 %.
37 Με το άρθρο 6 του νόμου 4051/2012 – Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικού περιεχομένου και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις εφαρμογής του Μνημονίου Συνεννόησης του ν. 4046/2012, της 29ης Φεβρουαρίου 2012 (ΦΕΚ Αʹ 40/29.2.2012), και την εγκύκλιο ΙΚΑ 34/2012 – Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθ. 6 του Ν. 4051/2012 σχετικά με την από 01/01/2012 περικοπή των συντάξεων, τα ποσά της κύριας μηνιαίας σύνταξης των συνταξιούχων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ που υπερβαίνουν τα 1 300 ευρώ μειώθηκαν από 1ης Ιανουαρίου 2012 κατά 12 %.
38 Με βάση το άρθρο 6 του νόμου 4051/2012 και την εγκύκλιο ΙΚΑ 41/2012 – Κοινοποίηση εγγράφων οδηγιών του ΕΤΕΑΜ σχετικά με τις μειώσεις συντάξεων αυτού από 01/01/2012 κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 του Ν. 4051/2012, τα ποσά των μηναίων επικουρικών συντάξεων που καταβάλλονται από το ΕΤΕΑΜ μειώθηκαν από 1ης Ιανουαρίου 2012 κατά ποσοστό έως 20 % και με υπολογισμό του ποσοστού μείωσης στο συνολικό ποσό της επικουρικής σύνταξης.
39 Με τον νόμο 4093/2012 – Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013‑2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013‑2016, της 12ης Νοεμβρίου 2012 (ΦΕΚ Αʹ 222/12.11.2012), και την εγκύκλιο ΙΚΑ 81/2012 – Κοινοποίηση των διατάξεων της υποπαραγράφου ΙΑ.5 του άρθ. 1 του Ν. 4093/2012 σχετικά με τη μείωση των συντάξεων από 1/1/2013, καταργήθηκαν, από 1ης Ιανουαρίου 2013, όλα τα εναπομείναντα επιδόματα, ήτοι τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, εορτών Πάσχα και αδείας.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
40 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Ιουλίου 2014, οι ενάγοντες άσκησαν την υπό κρίση αγωγή.
41 Το Συμβούλιο, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Νοεμβρίου 2014, προέβαλε ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991. Με διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Ιουνίου 2015, αποφασίστηκε η συνεξέταση της ένστασης απαραδέκτου με την ουσία της υπόθεσης.
42 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 27 Ιανουαρίου 2015, οι ενάγοντες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί της ένστασης απαραδέκτου.
43 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Νοεμβρίου 2014, η Επιτροπή ζήτησε να παρέμβει υπέρ του Συμβουλίου. Με διάταξη της 29ης Ιουνίου 2015, ο πρόεδρος του τετάρτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου επέτρεψε στην Επιτροπή να παρέμβει.
44 Στις 14 Σεπτεμβρίου 2015, το Συμβούλιο κατέθεσε, σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, και παρά τις αντιρρήσεις των εναγόντων, υπόμνημα αντίκρουσης.
45 Την 1η Δεκεμβρίου 2015, οι ενάγοντες κατέθεσαν υπόμνημα απάντησης.
46 Την 1η Δεκεμβρίου 2015, η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα παρέμβασης.
47 Στις 25 Ιανουαρίου 2016, το Συμβούλιο κατέθεσε υπόμνημα ανταπάντησης.
48 Κατόπιν μεταβολής της σύνθεσης των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, η υπό κρίση υπόθεση ανατέθηκε στο δεύτερο τμήμα, εντός του οποίου ορίστηκε νέος εισηγητής δικαστής.
49 Το Γενικό Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, να κρίνει επί της αγωγής χωρίς τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας.
50 Οι ενάγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
– να υποχρεώσει το Συμβούλιο να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστησαν από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Μαΐου 2014, συνολικού ποσού, 870 504,11 ευρώ·
– να υποχρεώσει το Συμβούλιο να καταβάλει σε κάθε έναν από αυτούς το ποσό των 3 000 ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης·
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
51 Το Συμβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να κρίνει την αγωγή απαράδεκτη·
– επικουρικώς, να απορρίψει την αγωγή·
– να καταδικάσει τους ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα.
52 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αγωγής ως προδήλως απαράδεκτης ή, επικουρικώς, ως αβάσιμης.
Σκεπτικό
Επί του παραδεκτού
53 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της υπό κρίση αγωγής.
54 Προς στήριξη της ως άνω ένστασης απαραδέκτου, το Συμβούλιο υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι οι επίμαχες αποφάσεις, στις οποίες οφείλεται κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων η ζημία που έχουν υποστεί, περιέχουν μόνον μέτρα γενικής φύσης, το ειδικό περιεχόμενο των οποίων πρέπει να καθοριστεί από τον νομοθέτη και τη διοίκηση της Ελληνικής Δημοκρατίας. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι, κατά το Συμβούλιο, αρμόδιο να αποφανθεί επί της υπό κρίση αγωγής· αντιθέτως, η αποκατάσταση της ζημίας που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν οι ενάγοντες πρέπει να ζητηθεί ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, τα οποία είναι τα μόνα αρμόδια να κρίνουν επί της εξωσυμβατικής ευθύνης για πράξεις του νομοθέτη ή της διοίκησης της Ελληνικής Δημοκρατίας, εκδοθείσες βάσει ευρείας αυτονομίας και διακριτικής ευχέρειας.
55 Οι ενάγοντες ζητούν την απόρριψη της ενστάσεως απαραδέκτου. Υποστηρίζουν ότι ο Έλληνας νομοθέτης υποχρεώθηκε να θεσπίσει τους εφαρμοστικούς των επίμαχων αποφάσεων νόμους υπό την απειλή επιβολής σε βάρος της Ελληνικής Δημοκρατίας των κυρώσεων του άρθρου 126, παράγραφοι 9 και 11, ΣΛΕΕ. Επιπλέον, με τις επίμαχες αποφάσεις επιβλήθηκε, κατ’ αυτούς, η λήψη συγκεκριμένων μέτρων τα οποία συνίσταντο σε άκρως λεπτομερειακές ρυθμίσεις που καλύπτουν ένα ευρύτατο πεδίο δημοσίων πολιτικών συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής ασφάλισης και του συνταξιοδοτικού συστήματος.
56 Η αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου επί των διαφορών από εξωσυμβατική ευθύνη προβλέπεται στο άρθρο 268 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 340, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο μόνο για την εκδίκαση των αγωγών με τις οποίες ζητείται η αποκατάσταση ζημίας που προξένησαν τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή οι υπάλληλοί τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αντιθέτως, η ζημία που προξενείται από τα εθνικά όργανα είναι δυνατόν να στοιχειοθετήσει ευθύνη μόνον αυτών των οργάνων, τα δε εθνικά δικαστήρια παραμένουν τα μόνα αρμόδια για να εξασφαλίσουν την αποκατάστασή της (απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, Krohn κατά Επιτροπής, 175/84, EU:C:1986:85, σκέψη 18).
57 Επισημαίνεται ότι ο έλεγχος του κατά πόσον ορισμένη συμπεριφορά μπορεί να καταλογιστεί στην Ένωση μπορεί να έχει σημασία, αφενός, στο πλαίσιο της εξέτασης του παραδεκτού της αγωγής, κατά το μέτρο που ο δικαστής της Ένωσης δεν έχει αρμοδιότητα για την εκδίκαση διαφοράς με αντικείμενο την αποκατάσταση ζημίας που καταλογίζεται σε κράτος μέλος και όχι στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης ή στους υπαλλήλους τους, και, αφετέρου, στο πλαίσιο της εξέτασης της ουσίας της αγωγής, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό συγκαταλέγεται μεταξύ των στοιχείων που καθιστούν δυνατό να διαπιστωθεί αν συντρέχει μία από τις τρεις προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Ένωσης, ήτοι η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της προσαπτόμενης στο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας.
58 Εν προκειμένω, πρώτον, η αγωγή αποζημιώσεως που άσκησαν οι ενάγοντες στηρίζεται στην παραδοχή ότι η προβαλλόμενη ζημία αποτελεί άμεση συνέπεια των επίμαχων αποφάσεων και, ως εκ τούτου, είναι καταλογιστέα στο Συμβούλιο.
59 Δεύτερον, η εξέταση του επιχειρήματος περί ανυπαρξίας ουσιώδους συνάφειας μεταξύ των επίμαχων αποφάσεων και των προβαλλόμενων ζημιών αφορά την ουσία της διαφοράς (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 8ης Απριλίου 1992, Cato κατά Επιτροπής, C‑55/90, EU:C:1992:168, σκέψεις 16 και 17).
60 Επομένως, η ως άνω αγωγή αποζημίωσης εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου και το ζήτημα του καταλογισμού της ζημίας στην Ένωση πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησης της ευθύνης της.
61 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αγωγή είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας
62 Οι ενάγοντες στηρίζουν κατά βάση την αγωγή τους σε προβαλλόμενη παρανομία των αποφάσεων που απηύθυνε το Συμβούλιο στην Ελληνική Δημοκρατία κατ’ εφαρμογήν του μηχανισμού που προβλέπει το άρθρο 126 ΣΛΕΕ και οι οποίες υποχρέωσαν, κατά την άποψή τους, τον Έλληνα νομοθέτη να θεσπίσει τους εθνικούς νόμους με τους οποίους μειώθηκαν οι συντάξεις τους. Υποστηρίζουν ότι οι ως άνω αποφάσεις προξένησαν περιουσιακή ζημία σε κάθε έναν από αυτούς από την 1η Ιανουαρίου 2013 έως την 31η Μαΐου 2014, καθώς και ηθική βλάβη την οποία αποτιμούν σε 3 000 ευρώ για κάθε έναν από αυτούς.
63 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, προβάλλει, αφενός, ότι δεν έχει διαπράξει κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που απονέμει δικαιώματα σε ιδιώτες και, αφετέρου, ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των επίμαχων αποφάσεων και της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν οι ενάγοντες.
64 Πρέπει να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, λόγω παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων της, εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων που συνίστανται στο παράνομο της συμπεριφοράς που προσάπτεται στα όργανα, στο υποστατό της ζημίας και στην ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της προβαλλόμενης ζημίας (απόφαση της 28ης Απριλίου 1971, Lütticke κατά Επιτροπής, 4/69, EU:C:1971:40, σκέψη 10· βλ., επίσης, αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑120/06 P και C‑121/06 P, EU:C:2008:476, σκέψη 106 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 18ης Μαρτίου 2010, Trubowest Handel και Makarov κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑419/08 P, EU:C:2010:147, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
65 Κατά πάγια επίσης νομολογία, αν μία από τις τρεις αυτές προϋποθέσεις δεν πληρούται, η αγωγή πρέπει να απορρίπτεται στο σύνολό της, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι λοιπές προϋποθέσεις της εξωσυμβατικής ευθύνης (αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 1994, ΚΥΔΕΠ κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑146/91, EU:C:1994:329, σκέψη 81, και της 20ής Φεβρουαρίου 2002, Förde-Reederei κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T‑170/00, EU:T:2002:34, σκέψη 37).
66 Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει καταρχάς αν πληρούται η προϋπόθεση που αφορά το παράνομο των επίμαχων αποφάσεων.
67 Οι ενάγοντες προβάλλουν δύο αιτιάσεις σχετικά με το παράνομο της προσαπτόμενης στο Συμβούλιο συμπεριφοράς. Με την πρώτη αιτίαση, υποστηρίζουν ότι παραβιάστηκαν οι προβλεπόμενες στα άρθρα 4 και 5 ΣΕΕ αρχές της δοτής αρμοδιότητας και της επικουρικότητας. Με τη δεύτερη αιτίαση, προβάλλουν προσβολή του δικαιώματός τους στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, καθώς και του δικαιώματος πρόσβασης στις παροχές κοινωνικής ασφάλισης και στις κοινωνικές υπηρεσίες, όπως αυτά κατοχυρώνονται στα άρθρα 1, 25 και 34 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
68 Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, οι ενάγοντες υποστηρίζουν κατά βάση ότι στις επίμαχες αποφάσεις ενσωματώνεται το περιεχόμενο του Μνημονίου Συνεννόησης, το οποίο καθόρισε αναλυτικά τα μέτρα εισοδηματικής και φορολογικής πολιτικής και πολιτικής για το κοινωνικοασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα που έπρεπε να λάβει η Ελληνική Δημοκρατία για να επιτύχει μείωση του δημόσιου ελλείμματός της. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι πολιτικές αυτές ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών, σύμφωνα με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, όπως αυτή προκύπτει από τα άρθρα 2 έως 6 ΣΛΕΕ, και ότι οι επίμαχες αποφάσεις εκδόθηκαν δυνάμει των άρθρων 126 και 136 ΣΛΕΕ και εμπίπτουν στο κεφάλαιο της άσκησης οικονομικής πολιτικής. Κατά συνέπεια, οι επίμαχες αποφάσεις εκδόθηκαν καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων που απονέμουν στο Συμβούλιο η ΣΕΕ και η ΣΛΕΕ, επειδή καθόρισαν με λεπτομερή τρόπο την πολιτική που πρέπει να ακολουθηθεί από την Ελληνική Δημοκρατία στους προαναφερθέντες τομείς.
69 Ως προς το ζήτημα αυτό, πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, για τη συνδρομή της προϋπόθεσης σχετικά με το παράνομο της προσαπτόμενης συμπεριφοράς πρέπει να αποδεικνύεται κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2000, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, C‑352/98 P, EU:C:2000:361, σκέψη 42, και της 26ης Οκτωβρίου 2011, Dufour κατά ΕΚΤ, T‑436/09, EU:T:2011:634, σκέψη 190).
70 Δεύτερον, επισημαίνεται ότι στη νομολογία έχει ήδη διευκρινιστεί ότι η αρχή της δοτής αρμοδιότητας, η οποία αφορά το σύστημα κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, έχει ως σκοπό τη διασφάλιση της μεταξύ των οργάνων ισορροπίας που προβλέπεται από τη Συνθήκη και όχι την προστασία των ιδιωτών (απόφαση της 13ης Μαρτίου 1992, Vreugdenhil κατά Επιτροπής, C‑282/90, EU:C:1992:124, σκέψη 20).
71 Τρίτον, από την αρχή της επικουρικότητας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, ΣΕΕ, προκύπτει ότι η Ένωση, στους τομείς που δεν υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητά της, παρεμβαίνει μόνον εφόσον και κατά τον βαθμό που οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης (απόφαση της 4ης Μαΐου 2016, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑358/14, EU:C:2016:323, σκέψη 111).
72 Οι αρχές της δοτής αρμοδιότητας και της επικουρικότητας τις οποίες επικαλούνται εν προκειμένω οι ενάγοντες διέπουν, αντιστοίχως, την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης και την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απονέμουσες δικαιώματα στους ιδιώτες. Κατά συνέπεια, τυχόν παραβίαση των αρχών αυτών δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, προς στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης.
73 Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι επίμαχες αποφάσεις παραβιάζουν εν προκειμένω τις αρχές της δοτής αρμοδιότητας και της επικουρικότητας, δεδομένου ότι εκδόθηκαν με σκοπό να ενισχυθεί και να εμβαθυνθεί η δημοσιονομική εποπτεία και να ειδοποιηθεί η Ελλάδα να λάβει «τα μέτρα μείωσης του ελλείμματος που κρίνονται αναγκαία για την αντιμετώπιση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος». Κατά συνέπεια, οι επίμαχες αποφάσεις εκδόθηκαν στο πλαίσιο της ασκήσεως αρμοδιοτήτων που απονέμονται ρητώς στο Συμβούλιο με το άρθρο 126, παράγραφος 9, και το άρθρο 136 ΣΛΕΕ.
74 Δεν θα ίσχυε το ίδιο αν οι επίμαχες αποφάσεις είχαν εκδοθεί κατά παράβαση όχι μόνον της κατανομής των αρμοδιοτήτων, αλλά επίσης και των ουσιαστικών διατάξεων ενός υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες (αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1992, Vreugdenhil κατά Επιτροπής, C‑282/90, EU:C:1992:124, σκέψη 22, και της 19ης Απριλίου 2012, Artegodan κατά Επιτροπής, C‑221/10 P, EU:C:2012:216, σκέψη 81), ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί από το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της δεύτερης αιτίασης.
75 Με τη δεύτερη αιτίαση, οι ενάγοντες υποστηρίζουν κατά βάση ότι το σύνολο των περικοπών των συντάξεων εμφανίζεται υπερβολικό και δυσανάλογο και δεν τηρεί τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους που κατοχυρώνονται στα άρθρα 1, 25 και 34 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ήτοι του δικαιώματος στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και του δικαιώματος πρόσβασης στις παροχές κοινωνικής ασφάλισης και στις κοινωνικές υπηρεσίες.
76 Ως εκ τούτου, στο μέτρο που οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων συνιστούν κανόνες δικαίου που αποσκοπούν στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, πρέπει να εξεταστεί αν τυχόν παράβασή τους μπορεί να στοιχειοθετήσει εν προκειμένω την ευθύνη της Ένωσης.
77 Όσον αφορά την προϋπόθεση του κατάφωρου χαρακτήρα της παράβασης, το καθεστώς που καθιέρωσε το Δικαστήριο στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης λαμβάνει ιδίως υπόψη την πολυπλοκότητα των προς ρύθμιση καταστάσεων, τις δυσχέρειες εφαρμογής ή ερμηνείας των διατάξεων και, ειδικότερα, τα περιθώρια εκτιμήσεως που διαθέτει η εκδούσα την αμφισβητούμενη πράξη αρχή [βλ. απόφαση της 19ης Απριλίου 2007, Holcim (Deutschland) κατά Επιτροπής, C‑282/05 P, EU:C:2007:226, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
78 Ειδικότερα, το αποφασιστικό κριτήριο για να γίνει δεκτό ότι συντρέχει κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης είναι η πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση, από το συγκεκριμένο θεσμικό όργανο, των ορίων που επιβάλλονται στη διακριτική του ευχέρεια (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2014, Νικολάου κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, C‑220/13 P, EU:C:2014:2057, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
79 Η ως άνω προϋπόθεση συνδρομής κατάφωρης παραβίασης του δικαίου της Ένωσης αποσκοπεί στο να μην εμποδίζει ο κίνδυνος προκλήσεως των προβαλλομένων από τους ενδιαφερομένους ζημιών την εκ μέρους του οικείου θεσμικού οργάνου πλήρη άσκηση των αρμοδιοτήτων του προς εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος, τόσο στο πλαίσιο της κανονιστικής δραστηριότητάς του ή της δραστηριότητας που συνεπάγεται επιλογές οικονομικής πολιτικής όσο και στη σφαίρα της διοικητικής του αρμοδιότητας, χωρίς, ωστόσο, οι συνέπειες καταφανών και ασύγγνωστων παραβάσεων να επιβαρύνουν τους ιδιώτες (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2011, Sison κατά Συμβουλίου, T‑341/07, EU:T:2011:687, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
80 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά την έκδοση των επίμαχων αποφάσεων, το Συμβούλιο διέθετε ευρεία διακριτική ευχέρεια.
81 Πράγματι, οι εν λόγω αποφάσεις συνιστούν άσκηση αρμοδιοτήτων τις οποίες απονέμουν στο Συμβούλιο το άρθρο 126, παράγραφος 9, και το άρθρο 136 ΣΛΕΕ στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με υπερβολικό έλλειμμα κράτους μέλους της ζώνης του ευρώ. Οι διατάξεις αυτές καθορίζουν μόνο το είδος των μέτρων που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συστάσεως του Συμβουλίου προς το οικείο κράτος μέλος για την επίτευξη των οριζόμενων σκοπών. Επιπλέον, οι ως άνω αρμοδιότητες συνεπάγονται, κατά κύριο λόγο, επιλογές οικονομικής πολιτικής για τις οποίες είναι δικαιολογημένη η παροχή ευρείας διακριτικής ευχέρειας από τις Συνθήκες.
82 Πρέπει, ως εκ τούτου, να εξεταστεί μήπως το Συμβούλιο εξέδωσε τις επίμαχες αποφάσεις κατά πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων αυτής της διακριτικής ευχέρειας.
83 Ως προς το ζήτημα αυτό, υπενθυμίζεται ότι οι επίμαχες αποφάσεις εκδόθηκαν κατόπιν της από 27 Απριλίου 2009 απόφασης με την οποία το Συμβούλιο διαπίστωσε ότι υπήρχε υπερβολικό έλλειμμα στην Ελλάδα και απηύθυνε συστάσεις προς την Ελληνική Δημοκρατία καλώντας τη να διορθώσει το έλλειμμα αυτό το αργότερο μέχρι το 2010, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 7, ΕΚ (νυν άρθρο 126, παράγραφος 7, ΣΛΕΕ).
84 Εξάλλου, οι επίμαχες αποφάσεις εκδόθηκαν αφού διαπιστώθηκε ότι η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών της Ελληνικής Δημοκρατίας απειλούσε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα τόσο της ίδιας όσο και της ζώνης του ευρώ εν γένει. Έτσι, τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ συμφώνησαν να δημιουργηθεί ένας διακυβερνητικός μηχανισμός στήριξης προς την Ελληνική Δημοκρατία. Η στήριξη από τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ έλαβε τη μορφή συγκέντρωσης διμερών δανείων, σε συνδυασμό με συνδρομή που παρέσχε το ΔΝΤ (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 5 και 8 της απόφασης 2010/320).
85 Στο πλαίσιο αυτό, τα δημοσιονομικά μέτρα που προβλέπουν οι επίμαχες αποφάσεις συζητήθηκαν διεξοδικά με την Ελληνική Κυβέρνηση και συμφωνήθηκαν από κοινού από την Επιτροπή, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ (βλ. αιτιολογική σκέψη 9 της απόφασης 2011/734). Ειδικότερα, η περικοπή των συντάξεων και η κατάργηση των επιδομάτων είχαν ήδη προβλεφθεί με το Μνημόνιο Συνεννόησης που υπογράφηκε στις 3 Μαΐου 2010.
86 Συνεπώς, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, δεν ήταν προδήλως αδικαιολόγητο να προβλεφθεί η λήψη διαφόρων μέτρων εξοικονόμησης δαπανών, συμπεριλαμβανομένων των συνταξιοδοτικών.
87 Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο, εκδίδοντας τις επίμαχες αποφάσεις, δεν υπερέβη τα όρια της ευρείας διακριτικής ευχέρειάς του.
88 Εξάλλου, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι οι επίμαχες αποφάσεις ήταν όντως ικανές να προξενήσουν την προβαλλόμενη από τους ενάγοντες ζημία, όπερ θα έπρεπε όμως να διαπιστωθεί κατά την εξέταση της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι τα δικαιώματα προσβάσεως στις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως και τις κοινωνικές υπηρεσίες, τα οποία επικαλούνται οι ενάγοντες, δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια. Πράγματι, η άσκησή τους μπορεί να περιοριστεί, όπως προβλέπει το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, εφόσον τούτο δικαιολογείται από σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Ένωση και οι περιορισμοί είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά στους ως άνω σκοπούς.
89 Μέτρα όμως με σκοπό τη μείωση του ποσού των συντάξεων ανταποκρίνονται εν προκειμένω σε σκοπούς γενικού συμφέροντος, ήτοι στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης, στη μείωση των δημόσιων δαπανών και στη στήριξη του συνταξιοδοτικού συστήματος του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, τα μέτρα αυτά ανταποκρίνονται επίσης σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Ένωση, ήτοι στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.
90 Λαμβανομένων υπόψη των σκοπών αυτών και του άμεσου κινδύνου για τη φερεγγυότητα του συγκεκριμένου κράτους μέλους, τα ως άνω μέτρα –που εξειδικεύθηκαν με τους εθνικούς νόμους που προαναφέρθηκαν στις σκέψεις 30 έως 39 ανωτέρω– δεν μπορούν να θεωρηθούν αδικαιολόγητοι περιορισμοί των δικαιωμάτων που επικαλούνται οι ενάγοντες και δεν συνιστούν, υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου σκοπού, υπέρμετρη και απαράδεκτη παρέμβαση που θίγει την ίδια την ουσία των κατοχυρουμένων δικαιωμάτων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, C‑8/15 P έως C‑10/15 P, EU:C:2016:701, σκέψεις 70 έως 75).
91 Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το Συμβούλιο εξέδωσε τις επίμαχες αποφάσεις κατά πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων άσκησης των εξουσιών του.
92 Βάσει όλων των ανωτέρω σκέψεων, διαπιστώνεται ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι το Συμβούλιο διέπραξε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες.
93 Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι δεν συντρέχει μία από τις σωρευτικές προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, προβλεπόμενη από το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
94 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
95 Δεδομένου ότι οι ενάγοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα του Συμβουλίου.
96 Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Επομένως, η Επιτροπή θα φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αγωγή.
2) Καταδικάζει τη Λεϊμονιά Σωτηροπούλου και τους λοιπούς ενάγοντες, των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα, στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της.

Prek 
Schalin 
Costeira

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 3 Μαΐου 2017.

Ο Γραμματέας 
Ο Πρόεδρος


E. Coulon 
M. Prek

Σχόλια

Δείτε επίσης

εικόνα της ημέρας

εικόνα της ημέρας
loading...
Εγγραφείτε τώρα!