ροή ειδήσεων

Tι είναι υφαλοκρηπίδα, και γιατί δεν χρειάζεται ανακήρυξη της


Ως ‘υφαλοκρηπίδα’ μπορούμε να ορίσουμε ένα κομμάτι του βυθού της θάλασσας και του υπεδάφους της, που ξεκινάει από τις ακτογραμμές ενός Κράτους και εκτείνεται μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο προς τον βυθό της ανοικτής θάλασσας, και υπόκειται σε ένα διαφορετικό νομικό καθεστώς απ’ ό,τι η θαλάσσια στήλη του ωκεανού πάνω από την υφαλοκρηπίδα, που συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με την ΑΟΖ...[1] Το παράκτιο Κράτος απολαμβάνει μία σειρά από δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα του, ιδίως όσον αφορά τους ανόργανους και οργανικούς φυσικούς πόρους...
(λ.χ. πετρέλαιο, φυσικό αέριο και πολυμεταλλικοί κόνδυλοι), καθώς και τους ζωντανούς οργανισμούς που βρίσκονται προσκολλημένοι στον πυθμένα του ωκεανού ή στο υπέδαφος, όπως για παράδειγμα τα καρκινοειδή και άλλοι ‘καθιστικοί’ έμβιοι οργανισμοί. Με λίγα λόγια, η εξόρυξη του φυσικού πλούτου σχετίζεται με την υφαλοκρηπίδα, και οχι με την ΑΟΖ, που σχετίζεται κυρίως με την αλιεία.

Σύμφωνα με την εμβληματική απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ΔΔΧ) στην υπόθεση της Υφαλοκρηπίδας της Βορείου Θάλασσας, τα δικαιώματα ενός Κράτους στην υφαλοκρηπίδα του (δηλαδή στην φυσική προέκταση της ξηράς μέσα και κάτω από την θάλασσα) υπάρχουν ipso facto και ab initio, δηλαδή υπάρχουν χάρη στην εθνική κυριαρχία του επί της ξηράς και συνιστούν “σύμφυτο δικαίωμα” ως προέκταση της άσκησης της εθνικής κυριαρχίας, με στόχο την εξερεύνηση του βυθού και την εκμετάλλευση των φυσικών του πόρων.


Η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο αποτελεί νευραλγικό σημείο της ελληνοτουρκικής διαφοράς. Η Σύμβαση της Λωζάννης δεν ρύθμισε ρητά την έκταση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και οι δυο χώρες έχουν βλέψεις επέκτασης των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων στο Αιγαίο, ιδίως εν όψει των πιθανώς πλούσιων αποθεμάτων υδρογονανθράκων στο υπέδαφος του Αιγαίου και πολυμεταλλικών κονδύλων στην επιφάνεια του πυθμένα.[3] Η υφαλοκρηπίδα αποτελεί “κλειδί” για την πραγματοποίηση επιστημονικών ερευνών, την εξερεύνηση, άντληση και μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου, την τοποθέτηση υποβρυχίων αγωγών και καλωδίων, την τοποθέτηση τεχνητών νήσων, εγκαταστάσεων και κατασκευών επί της υφαλοκρηπίδας και την άντληση ανόργανων και γενετικών πόρων.

ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΟΥΜΕ;
Σύμφωνα με το ΔΔΧ, για την άσκηση του δικαιώματος στην υφαλοκρηπίδα, δεν χρειάζεται – κατ’ αρχήν – κάποια ειδική νομική διαδικασία, ούτε συγκεκριμένες ενέργειες. Αν και πολλά Κράτη προβαίνουν σε μονομερείς δηλώσεις ως προς την υφαλοκρηπίδα τους, οι πράξεις αυτές είναι δηλωτικές και όχι συστατικές του δικαιώματος της υφαλοκρηπίδας, που υπάρχει ipso facto και ab initio.Εντούτοις, η Σύμβαση Δικαίου της Θάλλασσας (ΔΘ) θεσπίζει έναν πολύπλοκο μηχανισμό για την οριοθέτηση των ορίων της υφαλοκρηπίδας: την Επιτροπή για τα Όρια της Υφαλοκρηπίδας (“ΕΟΥ”). Η ΕΟΥ έχει αρμοδιότητα για τον καθορισμό των εξωτερικών ορίων της υφαλοκρηπίδας πέραν των 200 ν.μ. και σύμφωνα με το άρθρο 76(8) και Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης ΔΘ, κάθε Κράτος που επιθυμεί να επεκτείνει την υφαλοκρηπίδα του πέραν των 200 ν.μ. οφείλει να υποβάλει σχετική δήλωση στην ΕΟΥ η οποία εκδίδει τελικές παρατηρήσεις, επί τη βάσει των οποίων το παράκτιο Κράτος θα καθορίσει τα εξωτερικά όρια της υφαλοκρηπίδας του.
ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ
Για τις ανάγκες της παρούσας ανάλυσης, με τον όρο “υφαλοκρηπίδα” αναφερόμαστε στην θαλάσσια ζώνη όπως ορίζεται στο άρθρο 76(1) της Σύμβασης ΔΘ, το οποίο κατά το ΔΔΧ έχει αποκτήσει εθιμικό χαρακτήρα.[4] Η Σύμβαση ΔΘ εισάγει ένα πολύπλοκο σύστημα καθορισμού της υφαλοκρηπίδας, που δεν αντιστοιχεί σε γεωγραφικά κριτήρια, αλλά εκφράζει πολιτικούς συμβιβασμούς. Κατ’ άρθρο 76(1):
“1. Η υφαλοκρηπίδα ενός παράκτιου Κράτους αποτελείται από τον θαλάσσιο βυθό και το υπέδαφός του που επεκτείνεται πέραν της χωρικής του θάλασσας καθ’ όλη την έκταση της φυσικής προέκτασης του χερσαίου εδάφους αυτού του κράτους, μέχρι το εξωτερικό όριο του υφαλοπλαισίου ή σε έκταση 200 ναυτικών μιλίων από τις γραμμές βάσης από τις οποίες μετράται το πλάτος της αιγιαλίτιδας ζώνης, στην περίπτωση που το υφαλοπλαίσιο δεν εκτείνεται μέχρι αυτήν την απόσταση.”
Με άλλα λόγια, όλα τα παράκτια Κράτη διαθέτουν υφαλοκρηπίδα (continental shelf) έκτασης 200 ν.μ., ανεξαρτήτως του αν η πραγματική γεωμορφολογία του βυθού τους διαμορφώνει μία αντίστοιχη γεωλογική επέκταση της ξηράς η οποία φτάνει τα 200 ν.μ., προτού καταλήξει στο υφαλοπρανές (δηλαδή στην απότομη κλίση του βυθού σε βάθος μεγαλύτερο των 200 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας – continental slope) που οδηγεί στην ωκεάνια άβυσσο (oceanic abyss). Αν όμως η έκταση του υφαλοπλαισίου ξεπερνά τα 200 ν.μ. τότε η υφαλοκρηπίδα εκτείνεται ως το ακρότατο σημείο του ηπειρωτικού ανυψώματος (continental rise), δηλαδή του ανυψώματος που σχηματίζεται από κατακρημνίσεις του υφαλοπρανούς. Στην περίπτωση αυτή όμως, με βάση το άρθρο 76(5) της Σύμβασης ΔΘ, το εξωτερικό όριο της υφαλοκρηπίδας θα καθορίζεται είτε μέχρι τα 350 ν.μ., είτε στα 100 ν.μ. πέρα της ισοβαθούς των 2.500 μέτρων, είτε στα 60 ν.μ. από τη βάση του ηπειρωτικού ανυψώματος.[5]
ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΚΡΑΤΩΝ
Καταρχάς, κρίσιμο είναι να καθοριστεί η σχετική ακτογραμμή (οι “γραμμές βάσης”), από την οποία μετράται η υφαλοκρηπίδα. Βασική αρχή του διεθνούς εθιμικού δικαίου είναι ότι “η ξηρά κυριαρχεί επί της θάλασσας, δια της προβολής των ακτογραμμών της”.[6] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το ΔΔΧ στην εμβληματική απόφαση για την Βόρειο Θάλασσα, “η ξηρά αποτελεί τη νομική πηγή εκ της οποίας το Κράτος αντλεί την εξουσία που ασκεί επί των εδαφικών προεκτάσεων στην θάλασσα”.[7] Απαραίτητη προϋπόθεση για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας είναι οι δυο χώρες να έχουν ακτογραμμές, των οποίων οι προβολές προς την θάλασσα συμπίπτουν με εκείνες ενός άλλου Κράτους.[8] Στην περίπτωση του Αιγαίου, οι δυο χώρες διαφωνούν εξ αρχής σχετικά με το αν διαθέτουν “ακτογραμμές των οποίων οι προβολές να συμπίπτουν με εκείνες της άλλης χώρας”.
ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Από την μία πλευρά, η Ελλάδα θεωρεί ότι η Σύμβαση ΔΘ προβλέπει ipso facto και ab initio κυριαρχικά δικαιώματα του παρακτίου κράτους επί της υφαλοκρηπίδας, το εύρος της οποίας είναι τουλάχιστον 200 ν.μ., εφόσον το επιτρέπει η απόσταση μεταξύ των αντικειμένων ακτών. Η χάραξη της υφαλοκρηπίδας πρέπει να ξεκινάει από τις ακτογραμμές των ελληνικών νησιών που βρίσκονται διεσπαρμένα στο Αιγαίο, και παρέχουν τις γραμμές βάσης από τις οποίες ξεκινούν η αιγιαλίτιδα ζώνη και η υφαλοκρηπίδα της Ελλάδας. Γραμματικό έρεισμα αυτής της άποψης βρίσκεται στο άρθρο 121(2) της Σύμβασης ΔΘ, που προβλέπει ότι τα νησιά, ως αυτόνομες εδαφικές μονάδες, διαθέτουν δική τους αιγιαλίτιδα ζώνη, συνορεύουσα ζώνη, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, όπως ακριβώς και οι κύριες ηπειρωτικές περιοχές.
Περαιτέρω, το 2001 το ΔΔΧ έκρινε ρητά ότι το άρθρο 121(2) της Σύμβασης ΔΘ αντανακλά διεθνές εθιμικό δίκαιο, ώστε τα νησιά, ανεξαρτήτως του μεγέθους τους,[9] απολαμβάνουν το ίδιο νομικό καθεστώς με την ηπειρωτική στεριά, και ως εκ τούτου παράγουν τα ίδια κυριαρχικά δικαιώματα επί των θαλασσίων ζωνών.[10] Ο γενικός αυτός κανόνας αποτελεί διεθνές εθιμικό δίκαιο, δεσμεύει, δηλαδή, και τα κράτη που δεν είναι συμβαλλόμενα στη Σύμβαση ΔΘ, συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας, ως μέλους της διεθνούς κοινότητας. Στο πλαίσιο αυτό, ζήτημα οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας τίθεται μόνον μεταξύ των αντικείμενων ακτών των ελληνικών νησιών που βρίσκονται απέναντι από τις τουρκικές ακτές.
Ως προς τη μέθοδο οριοθέτησης, πάγια θέση της Ελλάδας αποτελεί ότι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας θα πρέπει να γίνει με βάση την αρχής της ίσης απόστασης/μέσης γραμμής.[11] Η θέση αυτή απηχοί το άρθρο 6(1) της παλαιότερης Σύμβασης για την Υφαλοκρηπίδα του 1958 (στην οποία η Ελλάδα, αλλά όχι η Τουρκία, υπήρξε συμβαλλόμενο μέρος).
ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ
Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία διαφωνεί επί της αρχής ότι τα ελληνικά νησιά διαθέτουν δική τους υφαλοκρηπίδα, καθ’ όσον βρίσκονται επί της Τουρκικής υφαλοκρηπίδας και προτείνει την εφαρμογή διαφορετικών κανόνων για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο. Εστιάζοντας στις ιδιαίτερες γεωμορφολογικές συνθήκες του Αιγαίου, προβάλλει το επιχείρημα ότι το Αιγαίο αποτελεί μία “ημίκλειστη θάλασσα” με τόσα πολλά διάσπαρτα νησιά σε μία τόσο μικρή γεωγραφική περιοχή και τόσο κοντά στις τουρκικές ακτές (βλ. ιδίως την απόσταση του Καστελόριζου από τις Μικρασιατικές Ακτές),[12] ώστε συνιστούν φυσικό τμήμα της βυθισμένης προέκτασης της “Ανατολίας” (δηλαδή της χερσαίας Τουρκικής γης) στο Αιγαίο.[13] Ως εκ τούτου, τα ελληνικά νησιά δεν διαθέτουν δική τους φυσική υφαλοκρηπίδα αλλά συνιστούν “θύλακες” (enclaves) επί της τουρκικής υφαλοκρηπίδας.[14] Θα ήταν ασύμβατο, κατά το επιχείρημα αυτό, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου να διαθέτουν δική τους υφαλοκρηπίδα, εφόσον αυτό θα συνέπιπτε με την φυσική προέκταση της Τουρκικής ηπειρωτικής ακτογραμμής μέσα στην θάλασσα.[15] Προς τούτο, επικαλείται την απόφαση Channel Islands μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας του 1977, όπου το ΔΔΧ φέρεται να έκρινε in obiter ότι “η αρχή της φυσικής προεκτάσεως του εδάφους δεν μπορεί να απαιτεί ότι η υφαλοκρηπίδα στα βόρεια και βορειοδυτικά των Νησιών Channel πρέπει να θεωρηθεί ότι ανήκει αυτόματα και αναγκαία σε αυτά και όχι στην Γαλλική Δημοκρατία”.[16] Ως εκ τούτου, με βάση την αρχή της φυσικής προεκτάσεως, η τουρκική “Ανατολία” πρέπει να διαθέτει υφαλοκρηπίδα η οποία δεν θα παρεμποδίζεται από την υφαλοκρηπίδα των ελληνικών νησιών.

Δεύτερον, η Τουρκία απορρίπτει ως μέθοδο οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας τη μέση γραμμή, τονίζοντας ότι η γεωμορφολογία του Αιγαίου με τα πολυάριθμα ελληνικά νησιά, βραχονησίδες και υφάλους, αποτελεί “ειδική περίσταση” κατά την έννοια του άρθρου 6(1) της Σύμβασης για την Υφαλοκρηπίδα (1958), που δικαιολογεί μία διαφορετική ρύθμιση.[17]
Τρίτον, η Τουρκία επικαλείται την απόφαση Τυνησία κατά Λιβύης,[18] όπου το ΔΔΧ έκρινε ότι “η οριοθέτηση πρέπει να γίνεται μέσω συμφωνίας, σύμφωνα με τις αρχές της δικαιοσύνης (equitable principles) και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις”. Με άλλα λόγια, δεδομένου ότι “τα ελληνικά νησιά είναι τόσα πολλά, και τοποθετημένα γεωγραφικά κατά τέτοιον τρόπο, […] είναι αδύνατον να αναγνωριστεί ότι τα νησιά δικαιούνται υφαλοκρηπίδα και αιγιαλίτιδα ζώνη παράλληλα προς την υιοθέτηση μίας βασικής μέσης γραμμής μεταξύ των ηπειρωτικών ακτογραμμών”.[19] Η αντίθετη λύση, κατά την Τουρκία, θα οδηγούσε στο ανεπιεικές και δυσανάλογο αποτέλεσμα ότι η Ελλάδα θα κατείχε το μεγαλύτερο μέρος της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, μπλοκάροντας την πρόσβαση της Τουρκίας στους φυσικούς πόρους του Αιγαίου, και θέτοντας σοβαρά ζητήματα άμυνας, ασφάλειας και ανεμπόδιστης ναυσιπλοΐας.[20] Τέλος, ορισμένοι Τούρκοι αξιωματούχοι έχουν υποστηρίξει ότι το να δοθεί υφαλοκρηπίδα στα ελληνικά νησιά θα διαταράξει την ισορροπία συμφερόντων που επετεύχθη στην Συμφωνία Ειρήνης της Λωζάννης.[21] Δεδομένου ότι η ρύθμιση των ελληνοτουρκικών σχέσεων πρέπει να τελεί σε αρμονία με τις ήδη υπάρχουσες διεθνείς συμφωνίες, η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας πρέπει να εναρμονιστεί με την ισορροπία γεωστρατηγικών συμφερόντων που αποτυπώθηκε στην Συνθήκη της Λωζάννης.

Συνεπώς, η Τουρκία προτείνει ότι ως “γραμμές βάσης” της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου πρέπει να τεθούν οι ακτογραμμές των δυο εκατέρωθεν ηπειρωτικών χωρών (δηλαδή, στην Ελλάδα, η Θεσσαλία, η Στερεά Ελλάδα και η Πελοπόννησος) χωρίς να διαθέτουν τα ελληνικά νησιά δική τους υφαλοκρηπίδα.[22] Αντίθετα, η Τουρκική πλευρά θα καταλαμβάνει την υφαλοκρηπίδα έως την μέση περίπου του Αιγαίου (κατά μήκος του 25ου μεσημβρινού), χωρίς ωστόσο να περιλαμβάνει τα ελληνικά νησιά και την χωρική τους θάλασσα (η οποία ωστόσο πρέπει να προσδιοριστεί στα 6 ν.μ.), τα οποία θα ευρίσκονται εντός της τουρκικής υφαλοκρηπίδας ως παρεμβαλλόμενοι “θύλακες”.

Σχόλια

loading...
Εγγραφείτε τώρα!