ροή ειδήσεων

Πώς η CAIR βρέθηκε στη λίστα του Υπερταμείου



Πολλά χρόνια πριν οι νεοέλληνες υποκύψουν στη γοητεία των Veuve Clicquot και οι Moet, η Ελλάδα γιόρταζε με CAIR. Ακόμη και αν οι περισσότεροι τις εποχές εκείνες δεν μπορούσαν να διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ μιας σαμπάνιας και ενός αφρώδους οίνου, η CAIR αποτελούσε ένα προσιτό, ελληνικό προϊόν που στις εποχές της "δόξας” της έφθανε να πραγματοποιεί πωλήσεις 1,5 εκατομμυρίων φιαλών ετησίως!

Από τις δεκαετίες του '70 και του '80 έχει περάσει πολύς καιρός και οι περισσότεροι ξέχασαν πως η CAIR ή Compagnia Agroicola Industiale Rodi όπως ήταν η αρχική ονομασία που δόθηκε από τους Ιταλούς που ίδρυσαν την ροδίτικη οινοποιία πίσω στο 1928, όχι μόνον βρίσκεται ακόμη εν ζωή, αλλά συνεχίζει να παράγει εξαιρετικής ποιότητας αφρώδη ξηρά, και όχι μόνο, κρασιά.

Εξ ου και η έκπληξη πολλών όταν πρόσφατα διαπίστωσαν πως η εταιρεία φέρεται να εμφανίστηκε στη λίστα των προς μεταφορά συμμετοχών του Δημοσίου στην Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε. - ΕΕΣΠ), πιο γνωστού ως "Υπερταμείου”. Συγκεκριμένα, ποσοστό 3,76% της ροδίτικης εταιρείας που ανήκει στο δημόσιο, εμφανίζεται να περιλαμβάνεται στις συμμετοχές που προορίζονται να περάσουν στο Υπερταμείο (ΕΕΕΣΠ) προς αξιοποίηση.

Από το Μποδοσάκη, στο Υπερταμείο

Σε λίγους μήνες η "Οινοποιητικη Αγροτική και Βιομηχανική Εταιρική Σύμπραξη Α.Ε - ΚΑΪΡ", όπως είναι σήμερα η επωνυμία της, συμπληρώνει 90 χρόνια ζωής. Πρόκειται για τον παλαιότερο παραγωγό φυσικού αφρώδους οίνου στην Ελλάδα. Ιδρύθηκε τον Ιούλιο του 1928, πριν ακόµη τα ∆ωδεκάνησα αποτελέσουν µέρος του ελληνικού κράτους, από Ιταλούς επιχειρηματίες. Με την προσάρτηση των νησιών στο ελληνικό κράτος, πέρασε στην ιδιοκτησία του γνωστού βιομηχάνου της εποχής Μποδοσάκη.

Στα μέσα της δεκαετίας του ΄50, το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών αποκτήθηκε από την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Δωδεκανήσου. Από τότε μέχρι και σήμερα κύριος μέτοχος είναι η Ένωση Αγροτικού Συνεταιρισμού Δωδεκανήσου (ΕΑΣΔ) που αύξησε το ποσοστό της στο 96,5% με το δημόσιο να κατέχει το 3,76%.

Στις δεκαετίες του 1970 και 1980 η παραγωγή αφρώδους εκτόξευσε τις πωλήσεις της Cair εντός και εκτός Ελλάδος, φθάνοντας στις 1.500.000 φιάλες.

Η εκδυτικοποίηση των καταναλωτικών συνηθειών, η άνθηση της διαφημιστικής αγοράς και η υιοθέτηση σύγχρονων πρακτικών μάρκετινγ (παρότι συνεταιριστική) από την εταιρεία, συνέβαλλαν ώστε η η CAIR να αποτελέσει ένα από τα πιο προβεβλημένα προϊόντα στα μέσα της δεκαετίας του '80 με το μήνυμα "σε κάθε στιγμή χαράς, CAIR. Ευκαιρία για γιορτή”.

Η επί σειρά ετών θετική πορεία των μεγεθών της επέτρεψε να υλοποιηθούν επενδύσεις και να μετεγκατασταθεί σε ιδιόκτητες βιομηχανικές εγκαταστάσεις στη Ρόδο. Ωστόσο, η μεγάλη και ελεύθερη εισαγωγή αφρωδών οινών επέδρασε στις πωλήσεις της και η παραγωγή με την πάροδο των ετών υποχώρησε αισθητά.

Η εταιρεία βρέθηκε σταδιακά σε θέση μη εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών της και οι υποχρεώσεις της προς την Αγροτική Τράπεζα διευθετήθηκαν με την μεταβίβαση ακινήτων της. Προ τριετίας είχε επιχειρήσει να εξυγιανθεί, αξιοποιώντας τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα και είχε ενταχθεί σε καθεστώς ρύθμισης, ωστόσο (όπως αναφέρει και ο ορκωτός λογιστής στις οικονομικές καταστάσεις χρήσης 2015) μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί σχετική απόφαση.

Σύμφωνα με τη τελευταία δημοσιευμένη οικονομική της χρήση (2015), ο κύκλος εργασιών της διαμορφώθηκε στα 4,5 εκατ.ευρώ (από 5,1 εκατ.ευρώ το 2014), τα κέρδη προ φόρων υποχώρησαν στις 493 χιλ. ευρώ, από 719 χιλ. ευρώ το 2014, με σύνολο υποχρεώσεων 6,8 εκατ.ευρώ και τραπεζικά δάνεια 2,6 εκατ. ευρώ. Τα τελευταία χρόνια η εταιρεία επιχειρεί να λανσάρει νέα προϊόντα, ενώ η υιοθέτηση της ονομασίας "ΠΟΠ Ρόδος” έχει επιτρέψει στην CAIR να αποκτήσει αναγνωρισιμότητα στη διεθνή αγορά.

nikos.chrissikopoulos@capital.gr

Σχόλια

Δείτε επίσης

εικονογράφημα

εικονογράφημα
loading...
Εγγραφείτε