επικαιρότητα

ABBA και ελληνικό καλοκαίρι σε... κροατικό νησί



Το «Mamma Mia 2» είναι αυτό που περιμένουμε – και κάτι παραπάνω και κάτι λίγο διαφορετικό. Το σίκουελ του εισπρακτικού θριάμβου που γυρίστηκε στην Ελλάδα πριν από δέκα χρόνια, επιστρέφει, διατηρώντας φυσικά τους ABBA στα τραγούδια και την ψυχή, επαναφέροντας σύσσωμο το καστ της πρώτης ταινίας, προσθέτοντας νέα πρόσωπα και χαριτωμένες εκπλήξεις, παίρνοντας άξια τη θέση του στην ποπ κουλτούρα.

Το σκηνικό είναι και πάλι η Ελλάδα, αλλά «σκηνικό» είναι εδώ η λέξη-κλειδί: Ως Ελλάδα ποζάρει η Κροατία, αφού η παραγωγή της ταινίας προτίμησε να αποφύγει τον γραφειοκρατικό Γολγοθά που αντιμετώπισε την πρώτη φορά και το κόστος της απώλειας δεν είναι τουριστικό. Τόσο μοιάζει στην οθόνη η κροατική ακτογραμμή με την ελληνική, που πάλι στην Ελλάδα θα θελήσουν να ταξιδέψουν οι θεατές της ταινίας. Είναι όλες οι θέσεις εργασίας και η τεράστια επένδυση σε έξοδα παραγωγής και διαβίωσης που μεταφέρθηκαν στην κοντινή βαλκανική χώρα.

Ωστόσο, για ν’ αφήσουμε το «Money, Money, Money» και να πάμε στο «Gimme! Gimme! Gimme!», το νέο «Mamma Mia» είναι μαζί σίκουελ και πρίκουελ. Σε σκηνοθεσία και σενάριο του Ολ Πάρκερ (σεναριογράφου του «Εξωτικού Ξενοδοχείου Μάριγκολντ»), αλλά με σταθερή και καίρια την εποπτεία του Ρίτσαρντ Κέρτις, η ταινία κυλά σε δυο άξονες.

Από τη μια πλευρά, η Σόφι της Αμάντα Σέιφριντ και ο επισήμως, πια, πατριός της, Χάρι του Πιρς Μπρόσναν, ετοιμάζονται για τα εγκαίνια του ανακαινισμένου ξενοδοχείου Μπέλα Ντόνα, έχοντας κάνει πραγματικότητα το όνειρο της Ντόνα της Μέριλ Στριπ. Για τη μεγάλη βραδιά φτάνουν στο νησί, στο «Καλοκαίρι», όλοι οι παλιοί γνώριμοι της πρώτης ταινίας.
Από την άλλη πλευρά, με αφορμή το ημερολόγιο της Ντόνα, η ταινία γυρίζει στο παρελθόν, όταν εκείνη ήταν 20 χρόνων (με τη μορφή της Λίλι Τζέιμς) και συμπληρώνει τα κενά: γνωρίζουμε τη γεμάτη κέφι για ζωή Ντόνα, τις κολλητές της φίλες και τα τρία αγόρια που την πολιόρκησαν και τη διεκδίκησαν.

Αν το πρώτο «Mamma Mia» ήταν μια διαδοχή μουσικοχορευτικών, το δεύτερο έχει ένα πιο δουλεμένο, πιο σύνθετο σενάριο, με πιο ανεπτυγμένους διαλόγους και πλοκή: χωρίς, βέβαια, τα τραγούδια να φεύγουν από το πρώτο πλάνο. Ταυτόχρονα, η εικόνα, με τη φωτογραφία του Ρόμπερτ Γιόμαν, του μόνιμου συνεργάτη του Γουές Αντερσον, με μια διαφορετική ομάδα στα σκηνικά και τα κοστούμια υπό τον Νικ Πάλμερ, είναι λιγότερο «αυθόρμητη», πιο επιμελημένη και θεατρική, με μια απόφαση που μοιάζει συνειδητή: σε μια ταινία με ιστορία βγαλμένη από τους στίχους των ABBA, γιατί να κρατηθούν τα προσχήματα της φυσικότητας ή του ρεαλισμού; Ας είναι καλογυαλισμένη και διασκεδαστικά ψεύτικη, ένα μιούζικαλ, απολαυστικό στην ιδιορρυθμία του.

Από το νεαρό καστ, η Λίλι Τζέιμς ως Ντόνα του παρελθόντος κλέβει ξεκάθαρα την παράσταση, λαμπερή, φωτογενής, με θαυμάσια φωνή και μια ενέργεια ζεστή σαν ήλιος. Χάρη σ’ εκείνη, το ρετρό μέρος της ταινίας είναι πολύ πιο ενδιαφέρον και δυνατό από το παρόν.

Ο καθένας μ’ έναν περιορισμένο σε διάρκεια ρόλο, οι «ωριμότεροι» ηθοποιοί της ταινίας είναι χάρμα οφθαλμών, με μια κερδισμένη ελευθερία να διασκεδάζουν κι οι ίδιοι στην οθόνη. Οσο για τη νέα προσθήκη, το απρόβλεπτο ζεύγος Αντι Γκαρσία και Cher (η οποία ερμηνεύει το «Fernando» των ABBA σαν όχι απλώς το τραγούδι, αλλά κι όλη η κληρονομιά του συγκροτήματος, να πηγάζει από εκείνη), είναι από τις πιο δίκαιες και πιο ενθουσιώδεις στιγμές στο ψυχαγωγικό σινεμά.

Η ελληνική συμμετοχή στο καστ, με εξαίρεση τους μικρούς, κωμικούς ρόλους του Λάμπρου Καλφούντζου και της «Απολλωνίας» Αννας Αντωνιάδη, ανήκει στον Πάνο Μουζουράκη, που στήνει τον δικό του Λάζαρο, αργόσχολο μουσικάντη, περισσότερο σαν καρικατούρα μαριάτσι, ωστόσο αφήνει ένα έντονο, έστω κι αν υπερβολικό, στίγμα στην οθόνη.

Το «Mamma Mia 2» είναι αυτό που περιμένουμε: δεν θα αρέσει, ξαφνικά, σε όποιους θεατές δεν έκαναν κέφι με την πρώτη ταινία, αλλά θα φέρει το κοινό στις αίθουσες για να ξεσκάσει και, επί τη ευκαιρία, θα του γεμίσει τα μάτια καλοκαίρι, θα τον κάνει να θέλει να σηκωθεί από την καρέκλα του και να χορεύει με τον κόσμο στην οθόνη, θα τον διασκεδάσει ρυθμικά ώς το τέλος.

Κι είναι και κάτι παραπάνω: μια έξυπνη αξιοποίηση της ίδιας της ποπ παράδοσης στην οποία βασίστηκε, αλλά και μια κλασική, εύστοχη, στοργική ιστορία για την αγάπη κάθε μαμάς και κάθε κόρης, απρόσμενα συγκινητική, μέχρι απενοχοποιημένων δακρύων, χωρίς στιγμή να χάνει την ευθυμία της.

Σχόλια

Μετάφραση

παράπονα Ρόδου
1 εικόνα 1000 λέξεις στο Instagram!




Δείτε επίσης